- Uncategorized

ΘΑΛΑΜΟΣ ΑΝΑΝΗΨΕΩΣ. Μικρά Ασία, Πολυτεχνείο, Κύπρος, Μνημόνια

«ΘΑΛΑΜΟΣ ΑΝΑΝΗΨΕΩΣ. Μικρά Ασία, Πολυτεχνείο, Κύπρος, Μνημόνια»*

Ένα αφήγημα – κατάθεση ψυχής της Πέπης Ρηγοπούλου

THALAMOS-ANANIPSEOS

«Όσο θα κλείνουμε τα μάτια στο τραύμα, ο πραγματικός αγνοούμενος θα είναι η δική μας ψυχή»

Ποια σχέση έχουν τρία σημαντικά ‘τοπόσημα’ της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, η Μικρά Ασία, το Πολυτεχνείο και η Κύπρος,και τα Μνημόνια;

Μέσα από το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Θάλαμος Ανανήψεως», η Πέπη Ρηγοπούλου, η νεαρή κοπέλα που τραυματίστηκε βαρύτατα τη νύχτα της 17ης Νοεμβρίου 1973 όταν το τανκ γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου, καθηγήτρια του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου σήμερα, παρουσιάζει και αναλύει τις σχέσεις ανάμεσα στη Μικρά Ασία, στο Πολυτεχνείο, στην Κύπρο και στα Μνημόνια όπως τα βίωσε και τα βιώνει η ίδια στο οικογενειακό και στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο.

 

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ

Με πατέρα γεννημένο στο Σεβδίκιοϊ και μητέρα γεννημένη στα Βουρλά, βιώνει από μικρή το μικρασιατικό δράμα και κληρονομεί το μικρασιατικό τραύμα. Στις προσφυγικές γειτονιές του Πολυγώνου όπου μεγαλώνει, στους προσφυγικούς συνοικισμούς στο Μπάφι και στη Θήβα, όπου συχνά επισκέπτεται τον παππού και άλλους συγγενείς. Ζει το καθημερινό προσφυγικό γίγνεσθαι των δεκαετιών του ’50 και του ’60, τότε που οι γιαγιάδες και οι παππούδες, οι θείοι και οι θείες, που ζήσανε στη Μικρά Ασία, που βιώσανε τα τραγικά γεγονότα του ’22 και τον ξεριζωμό, μιλούν καθημερινά γι’ αυτά, για την πατρίδα, για τους διωγμούς, για τις σφαγές ή λένε πολύ περισσότερα, ίσως, με τις πεισματικές σιωπές τους.

Με βάση τα παιδικά βιώματα η συγγραφέας ψυχογραφεί τους ανθρώπους του οικογενειακού περιβάλλοντος, μεταφέρει εξιστορήσεις της Καλλιόπης, της γιαγιάς από τη μητέρα, για τη φυγή και τα βάσανά τους που έχουν γίνει κομμάτι και της δικής της μνήμης, τις προσπάθειες της μητέρας της Φωτεινής να οργανώσει το σπιτικό της, την οικογενειακή ζωή, και διηγήσεις άλλων προσφύγων που ζουν στους συνοικισμούς. Αναφέρεται στον Κίμωνα, τον παππού από τον πατέρα, καπνέμπορο στη Μικρά Ασία, που αγωνίζεται να στεριώσει επαγγελματικά στην Ελλάδα, και στον πατέρα της Στέλιο που προσπαθεί να ακολουθήσει τον πατέρα του.

«Βλέπω τη γιαγιά μου να περπατάει ανάμεσά τους, έγκυο στον μήνα της, με ένα αγόρι ενάμιση έτους στην αγκαλιά και από κοντά την μητέρα μου τριών χρονών να προσπαθεί να την κρατήσει από το φουστάνι να μην την χάσει. Στον δρόμο τους κάθε τόσο να πέφτουν χάμω άνθρωποι, άλλοι από την κούραση, άλλοι από την σφαγή. Άλλοι σέρνονται για λίγο τραυματισμένοι και να ζητούν από τους δικούς τους να φύγουν, να τους αφήσουν, μπας και γλιτώσουν εκείνοι. Άλλοι, σαν τον προπάππο μου τον Γιάννη τον Ρέσσο, να συνεχίζουν με σπασμένο από τους Τούρκους το χέρι. Του το έσπασε με το κοντάκι του όπλου του ένας Τούρκος, όταν πήγε να βαστάξει κάποιον που έπεφτε. Στο χέρι αυτό το σπασμένο, έλεγε η γιαγιά μου είχε ριγμένο το κόκκινο κιλίμι, το μοναδικό πράγμα φαίνεται που σώθηκε από τα είχαμαν κι είχαμαν».(σελ. 42)

«Η εξιστόρηση της προσφυγιάς κατέληγε σε ένα νοσταλγικό «είχαμαν κι είχαμαν» στους τόπους εκείνους που τους φανταζόμουνα τότε σαν τη γη της επαγγελίας, ένα μικρό παράδεισο χαμένο για πάντα. Η Καλλιόπη απέφευγε κι εδώ τις υπερβολές. Δεν έβγαζε τα χαρτιά από την τσάντα με τις ατράνταχτες αποδείξεις. Για την ομορφιά της πατρίδας της μας μιλούσε. Για τον πλούτο της γης, για την δροσιά των επάνω δωματίων, για τις γεύσεις. Για τα υπόλοιπα, ήξερε αυτή, και αυτό της έφτανε. Ούτε πια τα διεκδικούσε. Ούτε παραπονιόταν για όσα χάθηκαν ενδιάμεσα από τους ενδιάμεσους. Αυτά ήταν παρελθόν. Για τα άλλα μιλούσε καθώς ετοίμαζε το βράδυ τις τηγανόπιτες ή τις φέτες τις βουτηγμένες στο γάλα, τις αλειμμένες με αυγό και πασπαλισμένες με ζάχαρη, όταν με το γάλα προτιμούσαμε μια γλυκιά εκδοχή. Ή όταν φύτευε στους τενεκέδες τους βασιλικούς και άσπριζε με ασβέστη χρωματισμένο με λουλάκι το πλυσταριό για να πλένει τις δευτέρες στην ξύλινη παλιά σκάφη. Ζούσαμε στην Μικρά Ασία χωρίς να το λέμε, χωρίς να το ξέρουμε». (σελ. 47)

Τον χαμένο στη Μικρά Ασία παππού, τον αναζητούν μέσω της καθημερινής ραδιοφωνικής εκπομπής αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού:

«Δεν χάναμε εκπομπή. Ο αδελφός μου, η γιαγιά μου κι εγώ. Καθόμασταν στην κουζίνα, λίγο πριν από το μεσημεριανό φαγητό… … «Καλούνται όσοι γνωρίζουν για τα κάτωθι πρόσωπα να απευθύνονται στη διεύθυνση…». Περίεργα ονόματα, πολλά ονόματα, πολλά μέρη, περίεργα μέρη: Αφιόν Καραχισάρ, Ουσάκ, Καλεντζίκ, Μουράτ Δαγ, Εσκί Σεχίρ, Σεϊντί Γαζί και άλλα πιο γνώριμα στα αυτιά, Φιλαδέλφεια, Μαγνησία, Ερυθραία, Βουρλά, Σμύρνη».(σελ. 23)

Η γεωγραφία του μικρασιατικού δράματος σε καθημερινά μαθήματα, που το παιδικό μυαλό απορροφά σαν σφουγγάρι, αναμένοντας νεώτερα για τον χαμένο παππού.

Οάλλος παππούς, οΚίμων, γιός εργάτη γης στο Σεβδίκιοϊ, βοηθά από μικρός τον πατέρα του στη δεματοποίηση των καπνών και στις άλλες δουλειές. Αξιοποιεί την εμπειρία και το μυαλό του και γίνεται δραστήριος καπνέμπορος στη Σμύρνη.

SPITI-RIGOPOULOU-SEVDIKIOI

Η οικία Ρηγοπούλου στο Σεβδίκιοϊ

 

Με τα λόγια του πατέρα της Στέλιου, η συγγραφέας περιγράφει την εμπορική και πατριωτική δραστηριότητα του παππού Κίμωνα στη Μικρά Ασία, την αγωνία να φυγαδεύσει την οικογένεια και άλλους δικούς του ανθρώπους από την κατεστραμμένη Σμύρνη και τον αγώνα επιβίωσης στην Ελλάδα. Ανάμεσα στα άλλα, αγωνίζεται να στήσει ξανά το εμπόριο καπνών στον προσφυγικό συνοικισμό της Θήβας. Ο Κίμων είναι ανήσυχος και ικανός μικρασιάτης, που μετατρέπει τον πόνο του ξεριζωμού σε δυναμική δράση και δημιουργία στη νέα πατρίδα. Ο γιος Στέλιος, ανήσυχος έφηβος, δεν μπορεί και δεν θέλει να ακολουθήσει τα βήματα του δυναμικού, οργανωτικού και μεθοδικού πατέρα.

Η Πέπη Ρηγοπούλου μας δίνει ωραίες περιγραφές και πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή στον συνοικισμό του Πολυγώνου και σε άλλες προσφυγικές γειτονιές:

«Τον συνοικισμό του Πολυγώνου τον θυμάμαι. Ήταν για μένα μια αυλή των θαυμάτων. Τόσοι άνθρωποι, τόσες μυρωδιές από φαγητά, τόσα κεράσματα. Ιδιαίτερα τις Απόκριες. Μασκαράδες στα στενά, πειράγματα. Εκεί έκανα κι εγώ τις εμφανίσεις μου, ως ανθοπώλης, με το καλαθάκι μου γεμάτο πραγματικά λουλούδια, ή ως Κινέζα με βαμμένα μάτια, για να φαίνονται πιο σχιστά. Και την Καθαρά Δευτέρα γινόταν διαγωνισμός για τον πιο ωραίο, τον πιο μεγάλο χαρταετό. Πήγαινα εκεί λίγο πριν διαλύσουν τον συνοικισμό, στο σπίτι της θείας Δημητρίας, της αόματης… Και στο σπίτι της θείας Χρυσώς, της αδελφής του χαμένου παππού, στα σύνορα Κυψέλης και Πολυγώνου, δίπλα στο ρέμα, άλλο ένα ρέμα που η πρόοδος του τόπου μπάζωσε…». (σελ. 96)

 

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 14-17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1973

Για την περίοδο των σπουδών χημείας στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της Χούντας, γράφει:

«Στο πανεπιστήμιο βασίλευε σιωπή. Μεγάλα αμφιθέατρα, γεμάτα από ένα μοναχικό πλήθος. Σπουδές χημείας, εργαστήρια αναζήτησης μιας ανούσιας αλήθειας στην οποία είναι καταδικασμένα τα οξέα και οι βάσεις. Το ουδέτερο pHδεν μπορούσε να αποκαταστήσει την ισορροπία που έλειπε». (σελ. 124)

….

«Νιώθω τον επίμονο πειρασμό να ονομάσω την έρημο που βίωσα, που βιώσαμε, στα χρόνια της Χούντας  με ένα όνομα που σφραγίζεται από το συλλογικό δράμα που είχε βιώσει ο ελληνισμός, ιδιαίτερα ο μικρασιατικός, χρόνια πριν: Αλμυρά Έρημος. Το όνομα της ερημιάς που ρήμαξε τον ελληνικό στρατό στη διάρκεια της παρανοϊκής προέλασης προς την Άγκυρα, όπου τον είχαν σπρώξει οι ηγέτες που του είχαν τάξει την ειρήνη πριν ακόμα από το περίφημο «οίκαδε»». (σελ. 125)

…..

Στην ερημιά της Χούντας, εκείνες οι τρεις ημέρες του Νοεμβρίου 1973, φαντάζουν όαση. Τα συμπυκνωμένα γεγονότα, η πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας στο Πολυτεχνείο,αλλάζουν τη ζωή της Πέπης Ρηγοπούλου:

«Την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 1973, νωρίς το απόγευμα, ήμουν στην οδό Σίνα. Είχα αρχίσει και πάλι τα γαλλικά…

Μόλις τελείωσε το μάθημα, κατηφόριζα την Αραχώβης προς Εξάρχεια, όταν άκουσα φωνές. Και κάποια συνθήματα. Με τράβηξαν σαν μαγνήτης. Μια λαχτάρα να φτάσω γρήγορα. Να μη χάσω αυτό που γινότανε. Τα πόδια μου. Ό, τι πιο πολύτιμο. Τα ένιωθα γερά και δυνατά. Για να τρέξω. Όπως τον περασμένο Φεβρουάριο που τρέχαμε στη Σόλωνος, απέναντι στη δική τους παράνομη «νομιμότητα».

Καθώς κατηφόριζα, όλα έμοιαζαν διαφορετικά. Οι μυρωδιές, ο δρόμος, τα σπίτια, το φως. Δεν είχε ακόμα σκοτεινιάσει. Μπήκα στην αυλή του Πολυτεχνείου. Και δεν μπόρεσα πια να φύγω. Μέσα σε τρεις ημέρες άλλαξε η ζωή μου. Από το απόγευμα της Τετάρτης μέχρι τα ξημερώματα του Σαββάτου ο χρόνος έπαψε να υπάρχει όπως υπήρχε πριν.

Πλησιάζω τις ημέρες εκείνες. Τις ακουμπάω για λίγο. Και κάνω πάλι πίσω. Ξαναγυρίζω όμως. Στις τρεις εκείνες ημέρες και νύχτες. Την πρώτη, κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο εκτός από το να είμαι εκεί. Στον χώρο του Πολυτεχνείου, χωρίς να γνωρίζω σχεδόν κανέναν. Την δεύτερη, κατάλαβα ότι έτσι θα ήθελα να ζω. Είχα βρει την κοινότητα που ονειρευόμουνα. Και την τρίτη, κατάλαβα ότι μπορώ να μην φοβάμαι». (σελ. 127-128)

«Η απόλυτη σιγή που έπεσε ξαφνικά ήταν που με έκανε να γυρίσω και να καταλάβω ότι είχα μείνει μόνη πίσω από την πύλη. Πόση ώρα είχε περάσει από τα τελευταία συνθήματα; Πριν πόσα λεπτά είχαν σβήσει οι τελευταίοι στίχοι από τον εθνικό ύμνο; Που τον είχαμε πει όλοι μαζί; Είχε δημιουργηθεί για λίγο ένα κενό ήχου. Φώναζα μόνη μου, αλλά μπορεί και να μην με άκουγε κανείς. Σαν στο όνειρο. Μόνο που δεν ένιωσα την αγωνία που συνοδεύει συνήθως το όνειρο. Γιατί η αγωνία του ονείρου έχει να κάνει με το μπλοκάρισμα τα φωνής. Θέλεις να μιλήσεις, μιλάς ίσως, αλλά δεν βγαίνει η φωνή σου. Ενώ εγώ την άκουγα να βγαίνει προς τα έξω. ….

Το μαρσάρισμα του τανκ έσπασε αυτό το ηχητικό κενό. Είχε αρχίσει να κινείται». (σελ. 142-143)

«…οι στρατιώτες είχαν σχηματίσει ένα διάδρομο απ’ όπου περάσαμε.  Καθώς προχωρούσαμε προς την κυρίως πύλη, προστέθηκαν άλλα δυο παιδιά στην σεμνή πομπή προς τον σταθμό των Πρώτων Βοηθειών. Έτσι έγιναν τέσσερεις αυτοί που με πήγαιναν. Είχε συμπληρωθεί ο γνωστός αριθμός.

Καθώς διασχίζαμε την αυλή, μύριζα τις μυρωδιές από τις ανθισμένες νεραντζιές . Ήταν δίφορες και τις είχαμε πετύχει τον Νοέμβρη εκείνον, όπως τον κάθε Νοέμβρη, στην δεύτερη ανθοφορία τους. Κοίταζα τον ουρανό. Είχαν πια σβήσει οι δυνατοί προβολείς που μας τυφλώνανε. Και είχαν φανεί τα αστέρια. Υπήρχε μια μεγάλη ομορφιά στο νυχτερινό αυτό τοπίο». (σελ. 150)

Μια τεράστια ψυχική και σωματική δοκιμασία αρχίζει με την έξοδο από το Πολυτεχνείο: Πρώτων Βοηθειών, Ευαγγελισμός, Ιπποκράτειο, μήνες στο ΚΑΤ, εγχειρήσεις, Λονδίνο και πάλι εγχειρήσεις… Δοκιμασία της ίδιας, δοκιμασία των σχέσεων με τους ανθρώπους γύρω της, δημιουργία νέων σχέσεων. Δοκιμασία που αργότερα, κατά τη Δίκη για το Πολυτεχνείο, στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, αποκτά και άλλα χαρακτηριστικά.

Με την πτώση της Χούντας η εξέγερση του Πολυτεχνείου άρχισε να παίρνει μυθικές διαστάσεις και να διαστρεβλώνεται:

«Υπάρχουν γεγονότα, εξεγέρσεις, δημιουργίες, σχέσεις, που ξεφεύγουν από το συνηθισμένο. Δεν είναι άσχετα με αυτά που συμβαίνουν πριν και μετά, δεν ξεπηδούν από το μηδέν, αν και μπορεί και αυτό να συμβεί, αλλά η δύναμη και η σημασία τους είναι τέτοια που η προσπάθεια να τα καταλάβουμε με το κοινό μέτρο μένει πάντα ανολοκλήρωτη. Ένα τέτοιο «μη μετρήσιμο», δηλαδή έξω από τον γραμμικό χρόνο γεγονός, η εμπειρία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973, μετρήθηκε όσο ίσως κανένα άλλο σύγχρονο γεγονός στην Ελλάδα. Ίσως γιατί, αν και το ίδιο είναι απόδειξη ότι η ιστορία δεν τελειώνει, η διαχείρισή του, σαράντα χρόνια τώρα, συνέπεσε με απόψεις περί αναθεώρησης της ιστορίας περί κατασκευής της, περί του επερχόμενου τέλους της, έτσι που να έχουν πέσει επάνω του από πολλές πλευρές είτε για να το σβήσουν, είτε για να το κάψουν, φωτίζοντάς το υπερβολικά». (σελ. 224-225)

 

ΚΥΠΡΟΣ

Το κυπριακό δράμα,το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου το 1974 και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο αποτελεί το θέμα της επόμενης ενότητας του βιβλίου:

«Την εποχή εκείνη δεν μπορούσα να καταλάβω αν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, που χρησιμοποίησε η Τουρκία για να επέμβει, ήταν η παγίδα που έστησε η Αμερική στον Ιωαννίδη – πράγμα που σήμερα μπορούμε να το πούμε με μεγαλύτερη σιγουριά. Ένοιωθα όμως ότι η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο και η απώλεια του 40% του εδάφους του νησιού αποτελούσε μια καταστροφή που δεν μπορούσε να μετρηθεί μόνον ποσοτικά. Καταστροφή που οι συνέπειές της στην Κύπρο και πέρα από αυτήν δεν έχουν εξαντληθεί και που ξυπνούσαν σε μένα το πένθος για τον χαμό της Μικράς Ασίας». (σελ. 183)

«Και στις δύο περιπτώσεις, το 1921-22 και το 1967-74, η ιδεολογία των υπερδεξιών που κυβερνούσαν την Ελλάδα οδήγησε την χώρα σε παρανοϊκούς στόχους που έφεραν την καταστροφή. Και που στο όνομα της πατρίδας άφησε χιλιάδες ανθρώπους απάτριδες. Το θύμα της ανικανότητας των πρώτων λέγεται Μικρά Ασία. Το φανερό θύμα των άλλων, λέγεται Κύπρος». (σελ. 125)

Αναφερόμενη στο δράμα των Κυπρίων αγνοουμένων γράφει:

«Αγνοούμενοι. Στην Κύπρο ξανάκουσα αυτήν την λέξη που είχα πρωτομάθει πλάι στην γιαγιά μου από τις εκπομπές του Ερυθρού Σταυρού. Εδώ, οι αγνοούμενοι ήταν, συγκρινόμενοι με αυτούς της Μικράς Ασίας , σχετικά «λίγοι». Και σε ό, τι με αφορά δεν πέρασα άλλα απογευματινά της ζωής μου περιμένοντας μήπως μέσα από το ραδιόφωνο, που τώρα το συμπλήρωναν και άλλα νέα μέσα επικοινωνίας, θα μαθαίναμε κάποια νέα γι’ αυτούς. Τώρα ο ρόλος αυτού που επιμένει να ζει αρπαγμένος από τα κουρέλια της ελπίδας είχε περάσει σε άλλους, πιο σωστά σε άλλες, γιατί σε όλον τον κόσμο το μαρτύριο της αναμονής του μηνύματος – που τόσο συχνά είναι αγγελτήριο θανάτου – μοιάζει προνόμιο των γυναικών.

Ωστόσο, κάποιες αναλογίες μένουν. Οι πρώτες, οι πιο βασικές, έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι οι αγνοούμενοι της Μικράς Ασίας, της Κύπρου, αλλά ίσως και του Πολυτεχνείου, αν σκεφτούμε την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στις διάφορες εκτιμήσεις, υπήρξαν και μένουν κομμάτι της ένοχης συνείδησης της κοινωνίας μας». (σελ. 211-212)

«…όσο και αν προσπαθούμε να τους σπρώξουμε, να τους απωθήσουμε που λέει και η ψυχανάλυση, στο βασίλειο της λησμονιάς, τόσο αυτοί επιστρέφουν  για να δικάσουν αυτή την κοινωνία που δεν τόλμησε να δικάσει τους ενόχους για το δράμα τους. Θα επιστρέφουν για να μας πουν πως όσο θα κλείνουμε τα μάτια στο τραύμα, ο πραγματικός αγνοούμενος θα είναι η δική μας ψυχή». (σελ. 213)

 

ΜΝΗΜΟΝΙΑ

«Αλλά η ώρα που τα ανακλαστικά του λαού μας επρόκειτο να μετρηθούν με δραματικό τρόπο ήταν το 2010 και πέρα, την ώρα των μνημονίων. …». (σελ. 249)

«Η κατάληψη της Πλατείας Συντάγματος, αντίστοιχη με αυτήν στην Πιάτσα ντελ Σολ στην Μαδρίτη και σε άλλα μέρη του κόσμου, είχε μια παραπάνω σημασία. Υπήρξε ίσως η στιγμή που αναδύθηκε μια δράση, η οποία συνέχιζε το πνεύμα της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας που σφράγισε την εξέγερση του Πολυτεχνείου. …ο συνελευσιακός χαρακτήρας της λειτουργίας της Πλατείας είχε κάτι το αυθεντικό. Υπογράμμιζε ότι όλος αυτός ο κόσμος που έμενε για πολλές μέρες, αντιλαμβανόταν ότι τα όσα γίνονταν εκεί απέναντι, στην Βουλή, δεν έφταναν για να αλλάξουν την μοίρα του, που έπρεπε να την πάρει ο ίδιος ή έστω και ο ίδιος στα χέρια του». (σελ. 250)

Η δύσκολη κατάσταση, επαληθεύει με τραγικό τρόπο τις σκέψεις της και την αναγκάζει να ‘συνομιλήσει’ με τον μικρασιάτη παππού της:

«Και η νέα προσφυγιά, παππού; Πρόσφυγες στο σπίτι μας. Που δεν μπορούμε να τα κρατήσουμε. Ούτε τα καλά ούτε τα πρόχειρα δωμάτια. Γιατί η εθνική κυριαρχία της Ελλάδας έχει εκχωρηθεί στους δανειστές της. Ούτε βρύση για σημάδι. Ούτε νερό. Όλα είναι προς πώληση. Προς το παρόν. Μέσα σε έναν αιώνα καταστροφές, κατοχή, εμφύλιος, δικτατορία, καταναλωτικός εκσυγχρονισμός από τα πάνω. Άνευρος, απάνθρωπος, ένα ψέμα. Εσύ άντεξες παππού. Στην μνήμη μου, τόσα χρόνια. Εμείς θα αντέξουμε; Σκόνη και συρφετός. Σκεπάζουν τα έργα μας. Όμως είμαστε ζωντανοί». (σελ. 255-256)

«Η διάσταση του επείγοντος, η απουσία προοπτικής, το φλέγον θέμα της επιβίωσης, η απόφαση για αντίσταση μέχρι το τέλος, φωτίζουν όχι μόνον το σήμερα αλλά και το χθες με ένα άλλο φως. Αυτή η συνέχεια που αναζητούσα στα γραφόμενά μου προκύπτει φυσιολογικά μέσα από την καινούρια ρωγμή. Γιατί κάθε καινούρια ρωγμή ξαναφέρνει στον νου τις άλλες, τις περασμένες, που είχες προσπαθήσει να απαλύνεις: Μικρά Ασία, Κατοχή, Νίκη αλλά Εμφύλιος, Χούντα, Πολυτεχνείο ΄73. Μια σειρά από τραύματα ανθρώπων που διώχθηκαν, περιπλανήθηκαν, ξαναστέριωσαν, τους επιτέθηκαν και πάλι, μετά ο κερδισμένος πόλεμος γύρισε προς τα μέσα και έγινε εμφύλιος, και έπειτα ξανά εμφύλιος με τη Χούντα. Το Πολυτεχνείο το ’73 προσπάθησε να πάει πέρα από τον εμφύλιο, αλλά δεν τα κατάφερε …». (σελ. 257-258)

Η Πέπη Ρηγοπούλου, στον «Θάλαμο Ανανήψεως», δεν κάνει γραμμική χρονική περιγραφή βιωμάτων και γεγονότων. Συνθέτει τα βιώματα της γιαγιάς και του παππού στην Μικρά Ασία και στην προσφυγιά, με τα βιώματα του Πολυτεχνείου το ‘73, με την τραγωδία της Κύπρου το ’74, με το δράμα των Κυπρίων γυναικών και με την Ελλάδα των μνημονίων και των δανειστικών συμβάσεων. Μέσα από τη σύγκριση και σύνθεση αναδεικνύει τις αφανείς σχέσεις των γεγονότων και μας δείχνει ότι ο χρόνος, τελικά, δεν είναι γραμμικός. Ο ιστορικός χρόνος συμπυκνώνεται και εκρήγνυται, τα γεγονότα συμπλέκονται διαμορφώνοντας σύνθετες σχέσειςτου καθημερινού γίγνεσθαι.

Το δράμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού αποτελεί την αρχή και είναι συνεχώς παρόν στην «αφήγησης»αποδεικνύοντας το μεγάλο ειδικό βάρος του στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και στα προσωπικά βιώματα της συγγραφέα. Είναι χαρακτηριστική η τελευταία παράγραφος του Επιλόγου:

 «Ο διωγμός, η απώλεια, το σπίτι σου που δεν είναι πια σπίτι σου, η εξορία από τον τόπο σου, η αποξένωση από αυτά που αγάπησες σαν τόπο σου, που είναι και αυτό μια άλλη εξορία, έρχονται ακάλεστα να σε ταράξουν και πάλι. Τα δίσεκτα αυτά χρόνια των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων και ακόμα πιο πολύ το προδιαγεγραμμένο μέλλον για την χώρα μου ζωντανεύουν την μνήμη αυτών που πέρασαν, που δεν πέρασαν. Που είναι».    

 

Φαίδων Γ. Παπαθεοδώρου

Μάιος 2015

 

*Πέπη Ρηγοπούλου

«ΘΑΛΑΜΟΣ ΑΝΑΝΗΨΕΩΣ. Μικρά Ασία, Πολυτεχνείο, Κύπρος, Μνημόνια»

Εκδόσεις «Ταξιδευτής», Αθήνα 2014, σελ. 260.

ISBN: 978-960-579-023-3

Πηγή: mikrasiatis.gr

Αφήστε μια απάντηση