- ΘΗΒΑ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΗΒΑΣ

Η αιολική Βοιωτία

Του Κωνσταντίνου N. Θώδη, συγγραφέα – ιστορικού ερευνητή

Αμέσως μετά τον Τρωϊκό πόλεμο – που οι μαρτυρίες κάποιων αρχαίων συγγραφέων αποδίδουν στο 1194-1184, π.Χ. -, στον ελληνικό χώρο έλαβαν χώρα αναταραχές και μετακινήσεις, εξαιτίας των οποίων ουσιαστικά άλλαξε η κατανομή του πληθυσμού. Νωρίτερα, άλλες φυλές, περίπου 50 χρόνια μετά τον Τρωϊκό πόλεμο, μετακινήθηκαν μαζί με μια φυλή Θεσσαλών, που ζούσαν μέχρι τότε στη Θεσπρωτία στην Ήπειρο, και μετακόμισαν σε μια χώρα που ονομάστηκε Θεσσαλία.

«Ο Θουκυδίδης, αναφέρει, ότι μετά τον Τρωϊκό Πόλεμο έγιναν πολλές στάσεις, μεταβολές και μεταναστεύσεις στην Ελλάδα, λόγω της απουσίας του στρατού των Ελλήνων στη Τροία. Εξήντα χρόνια μετά τα Τρωϊκά (= το 1149 περίπου π.Χ.) οι σημερινοί Βοιωτοί εκδιωχθέντες από την Άρνη της Θεσσαλίας από τους Θεσσαλούς εγκαταστάθηκαν στη Βοιωτία, η οποία πιο πριν ονομάζονταν Καδμηίς και μέρος αυτών των Βοιωτών ήταν ήδη εγκατεστημένο στη Βοιωτία και από αυτούς προερχόταν οι Βοιωτοί που έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο». (βλ. Σύντομη ιστορία της Θήβας, κεφ. Γ “Καδμεία ή Θήβα”, Ε. Κρασανάκη, Εκδ. Αθηνά, Αθήνα 2001).

Περίπου τον 9ο αι. π. Χ., οι επαναστάσεις και οι μετακινήσεις φυλών στον ελληνικό χώρο σταμάτησαν και από τότε σε όλες τις περιοχές οι κάτοικοι δεν μετέβαλαν την κατάστασή τους καθ’όλη τη διάρκεια των σημαντικών ιστορικών στιγμών της Ελλάδας. Στη Θεσσαλία έζησαν οι Θεσσαλοί και γειτονικά με αυτούς μικρές φυλές Περραιβών, Δολόπων, Αινιάνων, Μαλιαίων κ.ά. Στην κεντρική Ελλάδα και τα γύρω νησιά  εξαπλώθηκαν φυλές Αιολέων και Ιώνων. Συγκεκριμένα οι Αιολείς ζούσαν στη Βοιωτία, σε τμήμα της Εύβοιας, σε κάποια νησιά (Λέσβος, κλπ.) και στα παράλια της Μυσίας. Οι Ίωνες κατέλαβαν την Αττική, το μεγαλύτερο μέρος της Εύβοιας, τις Κυκλάδες, τις ακτές της Λυδίας και τα κοντινά σε αυτή νησιά. Το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, η Δωρίδα, η Μεγαρίδα, οι ακτές της Καρίας, η Κρήτη και μερικά άλλα νησιά κατοικήθηκαν από τους Δωριείς. Τις βόρεια ακτές της Πελοποννήσου κατέλαβαν οι Αχαιοί. Στην Ίλιδα, την Αρκαδία, την Αιτωλία και την Ακαρνανία ο πληθυσμός συστάθηκε από υπολείμματα Αιολέων και Αχαιών, που αναμείχθηκαν με Πελασγικά και άλλα προελληνικά φύλα.

Όσοι από τους ντόπιους, δεν ήθελαν να υποκύψουν στους εισβολείς, αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Αυτό επιφύλαξε η μοίρα έναντι της δουλείας για τους Έλληνες-Αιολείς, που ζούσαν στο νοτιοανατολικό τμήμα του θεσσαλικού κάμπου στο άνω ρεύμα του Πηνειού ποταμού και των παραποτάμων του κοντά στην πόλη Αρναία (Άρνη) που μετονομάσθηκε στη συνέχεια σε Κιέριον ή Πιέριον. Οι Αρναίοι που δεν ήθελαν να γίνουν σκλάβοι, καθώς δεν είχαν τη δύναμη να αντέξουν τον αγώνα, κατέφυγαν με τα κοπάδια τους νότια, μέσα από τα περάσματα των βουνών Όθρυς και Οίτη, κατακτώντας ή εκδιώκοντας τους Μινύες του Ορχομενού, τους Καδμείους ή Θηβαίους καθώς και τους Θράκες που κατοικούσαν στη νοτιοανατολική πλαγιά του Παρνασσού και του Ελικώνα. Πήραν στην κατοχή τους τις γόνιμες πεδιάδες της λίμνης Κωπαϊδας και του ποταμού Ασωπού, στη Βοιωτία, ενώ έγιναν γνωστοί στη συνέχεια  με το όνομα Βοιωτοί. Οι αρχαίοι κάτοικοί της, πολλοί από τους οποίους προτίμησαν αντί της δουλείας τη μετανάστευση, αποσύρθηκαν στην Αττική, στην Εύβοια και σε άλλα νησιά του Αιγαίου.

 

“Ο ιστορικός Ηρόδοτος ονομάζει τη Θεσσαλία Αιολίδα, γιατί, όπως λέγει, την άνω θεσσαλική πεδιάδα, τη σημερινή δηλαδή Καρδίτσα, Φαρσάλων και Δομοκού κατοικούσαν Αιολείς, οι ο­ποίοι αργότερα μετακινήθηκαν και πέρασαν στη Λέσβο και στα απέναντι Μικρασιατικά παράλια, τα οποία ονομάστηκαν «Αιολική γη». (βλ. Αναφορές στην Αρχαία Θεσσαλία και την Αρχαία Θεσσαλιώτιδα – Του Κων. Απ. Σουλιώτη, επ. Λυκειάρχη, 2017).

 

Ο Αρχέμαχος μάλιστα στο τρίτο κεφάλαιο των «Ευβοϊκών» του, λέει: «Οι Βοιωτοί που κατοικούσαν στην Αρναία (Άρνη) και δε θέλησαν να αναχωρήσουν για τη Βοιωτία, με τη θέλησή τους παρέδωσαν τους εαυτούς τους στους Θεσσαλούς για να δουλεύουν (για τους κατακτητές) κατόπιν συμφωνίας (που έκαναν μ’ αυτούς), υπό τον όρο (οι Θεσσαλοί) να μην τους διώξουν ποτέ από τη χώρα, ούτε να τους σκοτώσουν κι αυτοί (οι αιχμάλωτοι) να εργάζονται μόνοι τους στη χώρα (στους αγρούς) και να δίνουν έσοδα στους κατακτητές. Αυτοί λοιπόν που παραδόθηκαν και έμειναν στη χώρα ονομάστηκαν αρχικά μενέσται και τώρα πενέσται και πολλοί απ’ αυτούς είναι πλουσιότεροι από τους κυρίους τους.» (βλ. Η οργάνωση του πρώτου θεσσαλικού κράτους (1000- 700 π.Χ.)- Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου συγγραφέα-δασκάλου).

 

Η αιολική Βοιωτία είχε διοικητική ομοσπονδιακή δομή. Ο Ορχομενός, η Κορώνια, ο Αλίαρτος, οι Κώπαι, η Τανάγρα ή Ταναγραία, η Θεσπεία, η Πλάταια, η Άρνη (Χαιρώνια) και άλλες πόλεις ήταν, μαζί με τους γειτονικούς σε καθεμιά οικισμούς κυρίαρχες πόλεις-κράτη και απολάμβαναν ανταποδωτικά τη διαχείρηση των εσωτερικών τους υποθέσεων. Αλλά στο σύνολό τους καθιστούσαν φυλετική ένωση, επικεφαλής της οποίας ήταν η Θήβα. Οι Θηβαίοι θεωρούσαν, ότι το μεγαλύτερο μέρος των βοιωτικών πόλεων ιδρύθηκε από αυτούς και η ηγεμονία πρέπει να ανήκει στη Θήβα, ως μητρόπολη. Οι κοινές θρησκευτικές γιορτές και ο ναός της ένωσης στην Κορώνια στήριξαν στους Αιολείς της Βοιωτίας τη συνείδηση της εθνικής ενότητας.

 

Τους πρώτους αιώνες μετά την κατάκτηση, οι Θηβαίοι και οι κάτοικοι των πόλεων που ίδρυσαν αυτοί διοικούνταν από βασιλείς. Αλλά το μοναρχικό σύστημα εξουσίας νωρίς άλλαξε σε αριστοκρατικό.  Τα μέλη της αριστοκρατικού τύπου διοίκησης ήταν ονόματα πλούσιων γαιοκτημόνων αριστοκρατών.  Η κληρονομικότητα των δικαιωμάτων τους σταδιακά οδήγησε στην αυστηρή ολιγαρχία. Οι βασιλείς μάζευαν τους συντρόφους τους για γιορτές στο παλάτι. Μέσω ενός αριστοκρατικού συμβουλίου δημιουργήθηκαν συνεταιρισμοί για τα κοινά δείπνα, ενώ για την κάλυψη των δαπανών κάθε μέλος έκανε μια ορισμένη συνεισφορά. Η εθιμοτυπία αυτή συνέβαλε στη ανάπτυξη της δημοφιλίας προς τα συμπόσια, και οι Αιολείς της Βοιωτίας θεωρούνταν στην Ελλάδα γαστρονόμοι, που αγαπούσαν πολύ το γλέντι και το ποτό.
Οι Αιολείς αριστοκράτες της Βοιωτίας ασχολούνταν δυναμικά με τις στρατιωτικές ασκήσεις, αγαπούσαν την ιππασία και τους περιπάτους με τις άμαξες. Οι Θηβαίοι ήρωες Ηρακλής και Ιόλαος, ήταν οι ιδρυτές και ευεργέτες της τέχνης του αθλητισμού, ήταν το ιδανικό και πρότυπο για τους Βοιωτούς, αλλά και όλους τους Έλληνες αριστοκράτες, δοξασμένοι για τη φυσική τους δύναμη, το θάρρος και την επιδεξιότητα στην ιππασία και στην υπηρεσία με βαρύ οπλισμό του πεζικού. Η Θήβα ήταν γνωστή για το βαθμό υπακοής των άλλων πόλεων ενώπιον της ηγεμονίας της. Η βοιωτική ομοσπονδία ήταν περισσότερο γνωστή για την ισχύ και την ενότητα των μελών της από ό,τι σε άλλες ελληνικές ομοσπονδίες. Το κυβερνητικό συμβούλιο συνεδρίαζε στην Καδμεία, την ακρόπολη της πόλης.  Την εξουσία στο συμβούλιο της αιολικής-βοιωτικής ένωσης, στο συμβουλίο των βοιωταρχών, των ηγεμόνων και των πολεμάρχων της ένωσης, πάντα αποτελούσε πλειοψηφία μελών από την Θήβα.

Δείτε άρθρα του συγγραφέα στο Δίκτυο Μικρασιάτης

 

Αφήστε μια απάντηση