- ΑΡΘΡΑ, ΜΟΥΣΙΚΗ

Η γυναίκα στο ρεμπέτικο τραγούδι

Πολλοί μελετητές και ερευνητές έχουν αναδείξει σε πολυάριθμα έργα και μονογραφίες την κληρονομιά που άφησαν οι ρεμπέτισσες στον χώρο του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού. Με επίκεντρο τη ζωή και την απόφασή τους να ακολουθήσουν μια καριέρα σε έναν χώρο απολύτως απαγορευμένο, πολύς κόσμος είδε εκείνες τις γυναίκες ως πρότυπο θάρρους και πνεύμα αντίστασης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η γυναίκα αξιοποιείται ως σύμβολο στη θεματολογία του ρεμπέτικου, γεγονός που μας επιτρέπει πάλι να εξάγουμε συμπεράσματα για την εποχή και τις ανθρώπινες σχέσεις. Και αυτή η παράμετρος δείχνει τη «συμβολή» της γυναίκας στο τραγούδι.

Όπως ξέρουμε ιστορικά, ο κοσμοπολίτικος πληθυσμός της Μικράς Ασίας και της Πόλης μετέφερε τα ήθη και έθιμά του σε μια Ελλάδα αρκετά συντηρητική και οπισθοδρομική. Σε αυτή την «ανταλλαγή» δεν θα μπορούσαν να λείπουν και τα ψήγματα της γυναικείας απελευθέρωσης και χειραφέτησης που υπήρχαν στα παράλια. Οι γυναίκες από τα παράλια ασχολούνταν συστηματικά με το τραγούδι και τις τέχνες σε αντίθεση με τους ντόπιους πληθυσμούς. Έτσι σε κάποιες πόλεις του Βορρά, όπως η Θεσσαλονίκη και η Θράκη, άρχισαν να προβάλλουν γυναικείες προσωπικότητες που αποφάσισαν να ασχοληθούν με το ρεμπέτικο τραγούδι. Όλα αυτά σε πείσμα του καιρού και της ελληνικής κοινωνίας που θεωρούσε πως οι γυναίκες έπρεπε να δραστηριοποιούνται αποκλειστικά στο νοικοκυριό.

1

Στα πρώτα χρόνια του ρεμπέτικου τραγουδιού στην Ελλάδα, οι συνθήκες υπήρξαν πραγματικά δύσκολες για τις γυναίκες τραγουδίστριες. Ο χώρος θεωρούνταν ήδη παράνομος και περιθωριακός για τους άντρες• καταλαβαίνουμε πόσο ασεβές και αφιλόξενο περιβάλλον πρέπει να ήταν για τις γυναίκες. Η κοινωνία ήταν άκρως ανδροκρατική και οι γυναίκες πάντα βρίσκονταν στον ζυγό του πατέρα ή του συζύγου. Ήταν αδιανόητο να βγει μια γυναίκα στο πάλκο και στους τεκέδες και να κάνει το κέφι της. Πρώτον γιατί στους τεκέδες σύχναζαν κατά κύριο λόγο άντρες και δεν ήταν ανεκτό να βρεθεί εκεί μια γυναίκα και να «πέσει» σε αδιάκριτα βλέμματα. Έπρεπε να προστατέψει την τιμή και τη σεμνότητά της. Γενικά απαγορευόταν οποιαδήποτε απόλαυση και διασκέδαση στις γυναίκες καθώς και να συχνάζουν σε καφενεία. Ακόμη σε αυτούς τους χώρους γινόταν χρήση αλκοόλ και άλλων ουσιών, όπως χασίς ή ηρωίνη. Ως αποτέλεσμα οι ρεμπέτισσες θεωρούνταν περιθωριακό κομμάτι του πληθυσμού. Τις χαρακτήριζαν πόρνες, αμαρτωλές και η ρετσινιά δεν έφευγε ποτέ. Στον ρόλο του καταπιεστή έπαιζε εξέχοντα ρόλο και η Εκκλησία.

«Ένα καταπιεσμένο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που ζει τον έρωτά του μέσα στην παρανομία, που η ζωή του η ίδια είναι μέσα στο περιθώριο, τραγουδά για τα συναισθήματα, τα μόνα που κυκλοφορούσαν ελεύθερα στους δρόμους εκείνη την εποχή».

Μάνος Χατζιδάκις από τη διάλεξή του για το ρεμπέτικο, τον Ιανουάριο του 1949 στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης

2

Ωστόσο οι ρεμπέτισσες κατάφεραν να κατακτήσουν τον δικό τους τρόπο έκφρασης απέναντι σε όλες τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής. Η παρουσία τους ήταν δυναμική και σήκωσαν ανάστημα στο κατεστημένο. Πολεμώντας τη ρετσινιά και τις επιταγές των ανδρών, αλλά και τη μεγάλη υποκρισία που βασίλευε, οι γυναίκες αυτές ακολούθησαν το όνειρό τους και έζησαν μια ζωή αντισυμβατική μεν, απελευθερωμένη δε. Ανέβαιναν στο πάλκο και τραγουδούσαν, σύχναζαν στους τεκέδες και έπιναν ή φούμαραν ελεύθερα. Γλεντούσαν, μιλούσαν όπως ήθελαν και καταπατούσαν τους νόμους. Μάλιστα διάλεγαν οι ίδιες τον άνδρα τους και δεν ενέδιδαν στα προξενιά και στις προικοθηρίες. Φλέρταραν ασύστολα και μάλιστα υπήρχαν πολλά ομοφυλόφιλα γυναικεία ζευγάρια που γυρόφερναν ανενόχλητα.

Είμ’ αλανιάρα μερακλού, πω πω, μες στην Αθήνα
που ξενυχτώ στα καμπαρέ και τα περνάω φίνα.

Ούζο πίνω και μεθάω
κι όλα τα ποτήρια σπάω
και χωρεύω τσιφτετέλι
αχ, άμαν άμαν, το ικιτέλι.

Κάθε νυχτιά στα καμπαρέ, αυγή αυγή στη μπίρα
και το πρωί μες στον τεκέ φουμάρω την νταμίρα.

Στίχοι – Μουσική : Μενέλαος Μιχαηλίδης, ερμηνεία Ρόζα Εσκενάζυ

Μάλιστα γίνονται νύξεις από διάφορους μελετητές για ένα είδος φεμινισμού στην Ελλάδα, που βρισκόταν στα σπάργανα. Η συζήτηση αυτή έχει ανοίξει γιατί ήταν τόσο μεγάλος ο βαθμός ανεξαρτητοποίησης και χειραφέτησης των γυναικών αυτών. Βέβαια δεν υπήρχαν καθόλου τέτοιες στοχεύσεις. Δεν υπήρχε οργάνωση ή συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις, ούτε οι γυναίκες αυτές είχαν στο μυαλό τους κάποια τέτοια βούληση. Από την άλλη μεριά, βλέποντας τα πράγματα σήμερα, ίσως η έλλειψη πολιτικής ορθότητας του τότε, καθιστούσε τις στάσεις των γυναικών πιο «αγνά» φεμινιστικές. Πάντως δεν πρέπει να εξιδανικεύονται οι καταστάσεις και η χειραφέτηση δεν ερχόταν πάντα. Πολλές γυναίκες ρεμπέτισσες συνέχισαν να είναι σε όλη τους τη ζωή θύματα βίας και ξυλοδαρμών.

3

Σήμερα πάντως θεωρείται ισότιμη η προσφορά ανδρών και γυναικών καλλιτεχνών στο ρεμπέτικο. Απέναντι στον Τσιτσάνη και στον Μπαγιαντέρα, στον Παπαϊώαννου και στον Καλδάρα στέκονται ισάξιες πολλές γυναίκες ρεμπέτισσες. Η Ρόζα Εσκενάζυ, εβραιοπούλα τραγουδίστρια από τη Θεσσαλονίκη ήταν εμβληματική προσωπικότητα στον χώρο του ρεμπέτικου. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της καριέρας της τραγούδησε πολυάριθμα τραγούδια και το γνωστό «Πρέζα όταν πιεις» που λογοκρίθηκε από τον Μεταξά. Άλλες σημαντικές ρεμπέτισσες είναι η Στέλλα Χασκίλ που συνεργάστηκε με όλα τα ιερά τέρατα της εποχής, η Ρίτα Αμπατζή και η Ιωάννα Γεωργακοπούλου.

Η Μαρίκα Νίνου που συνδέθηκε με τον Τσιτσάνη και έγινε η μούσα του. Η σχέση τους ήταν θυελλώδης και η Νίνου ερμήνευσε τραγούδια που σήμερα όλοι φέρουμε στα χείλη μας. Μολονότι έφυγε νωρίς, ήδη κατάφερε να μείνει ως μια ανεπανάληπτη φωνή για το ρεμπέτικο και ο Φέρρης έφτιαξε την ταινία Ρεμπέτικο (1983), βασισμένη στη ζωή της. Τέλος, η Σωτηρία Μπέλλου συνεργάστηκε και εκείνη με μεγάλους μουσικοσυνθέτες. Τραγούδησε σκοπούς όπως τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» ή «Είπα να σβήσω τα παλιά». Παραδεχόταν ανοικτά την ομοφυλοφιλία της και το πάθος της για τον τζόγο.

Βρε καπνουλού μου έμορφη σ’ αρέσει το ντουμάνι
κι εμένανε με παρατάς ρέστονε και χαρμάνη.
Όταν σκολάσεις γίνεσαι μια κούκλα πρώτη φίνα
και την πουλεύεις πονηρά στη Βούλα στη Ραφήνα.

Τους μάγκες πάντα προτιμάς κι όλους τους παραλήδες
μα ζούλα πάντα κυνηγάς τους έμορφους νταήδες.
Και στο φινάλε πας γλεντάς με μάγκες στους τεκέδες
γιατί σ’ αρέσει ο μπαγλαμάς μπουζούκια κι αργιλέδες.

Στίχοι – Μουσική – Ερμηνεία : Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)

Αγγέλα Παπάζογλου

Η Αγγέλα Παπάζογλου γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1899 και ως κόρη του σπουδαίου βιολιστή Δημήτρη Μαρωνίτη ανέβηκε στο πάλκο σε ηλικία 11 ετών. Μετά την καταστροφή, κατά την οποία πέθανε ο πατέρας της, ήρθε στην Ελλάδα με τη μητέρα της και εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά. Παντρεύτηκε τον ρεμπέτη Βαγγέλη Παπάζογλου και τραγούδησε σε τέσσερις δίσκους δικά του τραγούδια και αμανέδες.

Το 1929 η Αγγέλα έχασε εντελώς την όρασή της και αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με την απροθυμία του συζύγου της να συμμορφωθεί με τη μεταξική λογοκρισία στο τραγούδι, τους έβγαλε από το σινάφι. Παρότι η Αγγέλα είναι από τις λιγότερο γνωστές ερμηνεύτριες του ρεμπέτικου, έχει μια ανεκτίμητη συνεισφορά κοινωνιολογικού χαρακτήρα, με το βιβλίο Τα χαΐρια μας εδώ , που αποτελεί μια δική της προφορική μαρτυρία στον γιο της.

Σε αυτήν την αφήγηση, η Αγγέλα μιλώντας για τον άνδρα της επιβεβαιώνει τη σχέση σεβασμού που υπήρχε μεταξύ ανδρών και γυναικών στην κοινότητα του ρεμπέτικου, περιγράφοντας έναν άνθρωπο αλλεργικό στις εξουσίες, δίκαιο, τρυφερό, πιστό φίλο και γενναιόδωρο. Κυρίως εξιστορώντας τα ταραγμένα γεγονότα που σημάδεψαν τη διαδρομή της, από το πώς πορεύτηκαν με την μητέρα της μέσα στις φωτιές και στα πτώματα της Σμύρνης για να ξεφύγουν και την εχθρότητα των γηγενών στην Ελλάδα μέχρι την Κατοχή, την πείνα και την Αντίσταση, δείχνει τον υψηλό βαθμό αντίληψης που διέθετε, μπολιασμένο με ένα μίγμα πολιτικής ευαισθησίας και πίκρας: «Ζώνανε το μέρος τη νύχτα… Άκου ρεζίληδες… ολόκληρος γερμανικός στρατός, ε; Να ζώνει γυναικόπαιδα και άοπλους, πεινασμένους, μισοπεθαμένους, ύστερα από τόση πείνα και μαρτύρια και σκλαβιά. Κι αμολούσανε μες στο μπλόκο τα λυσσασμένα τα σκυλιά, αυτοί τσι μαύροι τσι προδότες και τσι τσολιάδες του Ράλλη, και ηκάνανε τα πιο μεγάλα αίσχη και εγκλήματα τσ’ οικουμένης. Και σηκωνούμαστε, μάτια μου, ένα πρωί κι ήμαστε κι εμείς μπλοκαρισμένοι. Δηλαδή τόπιαμε μέχρι τον πάτο όλο το δηλητήριο της σκλαβιάς. Τι δηλητήριο… Ήπιαμε αναμμένα κάρβουνα. Μασήσαμε την ίδια την φωτιά… την κατάπιαμε».

Ρίτα Αμπατζή

Στην αφήγηση της Αγγέλας υπάρχουν πληροφορίες για διάφορους ανθρώπους της ρεμπέτικης κοινότητας, μεταξύ των οποίων και η σπουδαία τραγουδίστρια Ρίτα Αμπατζή. Η Αγγέλα υποστήριζε ότι η Ρίτα είχε πέσει θύμα ξυλοδαρμού από τον πρώτο σύζυγό της: «Η Ρίτα, η ξυλοφορτωμένη, βγήκε στη δουλειά πολύ αργά. Το ’27. Ήταν γειτόνισσά μου στην οδό Σηστού στην Κοκκινιά. Ο πρώτος της άνδρας ο Κουστουμτζής, το ελληνάκι την έδερνε. Χωρίσανε ύστερα. Πήρε έναν χωροφύλακα. Ο χωροφύλακας δεν την άφηνε να τραγουδάει πια».

image

Γενικά δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για την προσωπική ζωή της Ρίτας. Πέρασε πάντως δύσκολα, πρόσφυγας κι αυτή από την Σμύρνη, είδε να χάνονται δικοί της άνθρωποι, ξεριζώθηκε, αντιμετώπισε φτώχεια αλλά και την καχυποψία των ντόπιων. Έκανε, βέβαια, σπουδαία καριέρα, καθώς συνεργάστηκε με κορυφαίους συνθέτες όπως ο Τούντας, ο Σκαρβέλης και ο Βαμβακάρης , αλλά διατήρησε ένα προφίλ χαμηλών τόνων, χωρίς να επιτρέπει μεγάλες οικειότητες στις συναναστροφές της, με μια ανεπαίσθητη μελαγχολία να συντροφεύει τη φωνή της και την παρουσία της στο πάλκο, το οποίο μάλλον αποτέλεσε το πιο ασφαλές της καταφύγιο.

Μαρίκα Νίνου

Εξαιρετικά πληθωρική και παθιασμένη παρουσία υπήρξε η Μαρίκα Νίνου, τόσο στην προσωπική της ζωή, όσο και στην ερμηνεία της, χωρίς εντούτοις να πολιτικοποιήσει τα ερωτήματα της ύπαρξής της. Ενέπνεε την ίντριγκα και τις μυθοπλαστικές κατασκευές, γι’ αυτό δεν είναι σαφής καν ο τόπος γέννησής της. Ο Πάνος Γεραμάνης αναφέρει ότι γεννήθηκε το 1918 στον Καύκασο, ο Κώστας Χατζηδούλης ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ο Πάνος Σαββόπουλος ότι γεννήθηκε το 1922 στο καράβι Ευαγγελίστρια, που έφερνε την οικογένειά της από τη Σμύρνη στον Πειραιά.

Ήταν αρμένικης καταγωγής και το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία Αταμιάν . Μεγάλωσε στην Κοκκινιά, παντρεύτηκε σε νεαρή ηλικία τον συμπατριώτη της Χάικ Μεσροπιάν και μόλις γεννήθηκε ο γιος τους, τον χώρισε. Γνώρισε τον ακροβάτη Νίνο Νικολαΐδη και έγιναν το καλλιτεχνικό ζευγάρι «Ντούο Νίνο».

image

Το μεγάλο της μεράκι ήταν το τραγούδι και προσπάθησε πολύ να μπει στον χώρο, συχνάζοντας στο Πιγκάλς, δίπλα στον Χιώτη και τον Μητσάκη . Ο Στελλάκης Περπινιάδης την ανακάλυψε και στρώθηκε ο δρόμος για να εξελιχθεί σε μια από τις μεγαλύτερες μούσες του Βασίλη Τσιτσάνη , εγκαινιάζοντας μια θυελλώδη σχέση μαζί του.

Η Νίνου είχε τεράστια απήχηση, διεκδικούσε υψηλές αμοιβές και αποκλειστικότητα στη συνεργασία με τον Τσιτσάνη. Ταξίδεψε στην Αμερική για περιοδείες και για να αντιμετωπίσει τον καρκίνο. Πέθανε σε ηλικία 35 ετών, αλλά είχε προλάβει να πατήσει κορυφή. Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε γι’ αυτήν, αφιερώνοντάς της τον δίσκο «Πέριξ»: «Όλη η εργασία αυτή αφιερώνεται στη μνήμη της ανεπανάληπτης Μαρίκας Νίνου, που δίχως να το ξέρει, με το μαχαίρι της φωνής της, χάραξε μέσα μας βαθιά τα ονόματα θεών της ταπεινοσύνης και της βυζαντινής παρακμής». Το σενάριο του Κώστα Φέρρη για την ταινία Ρεμπέτικο βασίζεται στη ζωή της.


Σε ένα δεύτερο επίπεδο αξίζει να δούμε τη θέση της γυναίκας στο ρεμπέτικο τραγούδι ως θέμα και μοτίβο. Ανέκαθεν η γυναίκα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη στιχουργική του ρεμπέτικου με προϊούσα μάλιστα πορεία. Και στα πρώτα χρόνια, αλλά και με το πέρασμα του χρόνου. Όσο το ρεμπέτικο έβγαινε από το περιθώριο για να μπει στη φάση της ευρείας διάδοσης και αποδοχής (τελική φάση του ρεμπέτικου σύμφωνα με τον Η. Πετρόπουλο), τόσο αποσύρονταν τα τραγούδια για τις φυλακές, τις ουσίες και κέρδιζε χώρο η γυναίκα και ο έρωτας. Έτσι οι γυναίκες, ρεμπέτισσες και μη, εντός και εκτός σιναφιού αποτέλεσαν ευρύ αντικείμενο για τα τραγούδια του ρεμπέτικου και ενέπνευσαν τους μεγάλους στιχουργούς και οργανοπαίκτες. Φυσικά ο λόγος, η ματιά δεν έπαψαν ποτέ να είναι ανδροκεντρικές.

Για τους ρεμπέτες το μοτίβο είναι διττό• η γυναίκα είναι υποκείμενο θαυμασμού και προσφέρει απόλαυση με την ομορφιά της ή δημιουργεί δεινά στους άνδρες με τις πράξεις της. Στην πρώτη περίπτωση η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο του πόθου για τον ρεμπέτη. Εγκωμιάζει την ομορφιά και τη χάρη, τα τσαλίμια του θηλυκού που στον διάβα του θαμπώνει τον κόσμο. Οι ρεμπέτες θαυμάζουν όσες σηκώνουν ανάστημα, όσες είναι στο συνάφι και επαινούν την ομορφιά, τη νεότητα τους. Πολλές φορές μάλιστα περιγράφεται ως ον με υπερφυσικές-μαγικές ιδιότητες, σαν μια πλανεύτρα.

Κάνω τη τσάρκα μου, περνώ, για σε μικρό μελαχρινό
από τη γειτονιά σου
για τα γλυκά τα μάτια σου
και για την εμορφιά σου
Νόστιμο μικρό τρελό μου, μάγκικο μελαχρινό μου

Γιατί δε βγαίνεις να σε δω, που ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ
κρυφά από τη μαμά σου
μελαχρινό με τρέλανες
με τη γλυκιά ματιά σου
με τρέλανες μελαχρινό
με τη γλυκιά ματιά σου
Μάγκικο τρελό μικρό μου, κορμί μελαχρινό μου

Μάρκος Βαμβακάρης

Στο άλλο άκρο η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως η πηγή του κακού για όλο τον ντουνιά. Εδώ μιλάει η πικρία του ρεμπέτη που είναι απογοητευμένος από τη συμπεριφορά της γυναίκας και παρελαύνουν στα τραγούδια του μια σειρά από αρνητικά συναισθήματα. Τις περισσότερες φορές υποψιαζόμαστε πως η γυναίκα τον παράτησε ή πως έκανε τα γλυκά μάτια σε άλλους. Ευθύνεται για όλα τα δεινά και τον καημό που προκάλεσε. Εκείνη δημιούργησε λύπη και οδήγησε στον χωρισμό. Ενώ τις περισσότερες φορές δεν θα παραλειφθεί να τονιστεί πως η συγκεκριμένη γυναίκα είναι καπάτσα. Σίγουρα δεν διαθέτει καρδιά, φιλότιμο και μπέσα.

Είμ’ αλανιάρα μερακλού, φουμάρω το χασίσι
γι’ αυτό μου βγάλαν τ’ όνομα, πως αγαπώ ντερβίση.
Εγώ ντερβίση θ’ αγαπώ, ώστε που να πεθάνω,
κι αν τονε χάσω κι. άλλονε ντερβίση θε να πάρω.
‘Οπου σταθώ κι όπου βρεθώ, ντερβίσινα με λένε
μα και για τον κουτόκοσμο τα μάτια μου δεν κλαίνε.
Μ’ αρέσουν οι ντερβίσηδες, γιατ’ είναι μερακλήδες,
είναι πολύ γιαβάσηδες και λίγο μπελαλήδες

Η Ντερβίσαινα : Σύνθεση Β. Παπάζογλου, φωνή Αγγελική Παπάζογλου


Σαν απόκληρος γυρίζω
στην κακούργα ξενιτιά
Περιπλανώμενος δυστυχισμένος
Μακριά απ’ της μάνας μου την αγκαλιά

Κλαίνε τα πουλιά για αέρα
Και τα δέντρα για νερό
Κλαίω μανούλα μου κι εγώ για σένα
Που έχω χρόνια για να σε ειδώ

Σύνθεση : Β. Τσιτσάνης, φωνή : Σ. Μπέλλου

Ο Πάνος Σαββόπουλος , ερευνητής του ρεμπέτικου και επιμελητής της μουσικής παράστασης «Οι ελεύθερες ρεμπέτισσες του ’30»: «Απαξίωναν το χρήμα, γλεντούσαν ελεύθερα όπως και οι άνδρες, μιλούσαν μάγκικη γλώσσα, διάλεγαν τον σύντροφο σε μια εποχή που ο γάμος ήταν μια πράξη αγοραπωλησίας των γονιών, μπορεί να διάλεγαν και πολλούς συντρόφους, δεν φοβούνταν τους άνδρες, ζούσαν ελεύθερα αγνοώντας την Εκκλησία, την κατεστημένη ηθική και τον ηλίθιο τότε Ποινικό Κώδικα. Τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε πρώιμες φεμινίστριες. Δεν είχαν, βέβαια, συναίσθηση του έμφυλου ρόλου τους. Απλώς ζούσαν έτσι. Θα έλεγα μάλιστα ότι επειδή αναφερόμαστε σε μια περίοδο μετακινήσεων και πολέμων, ο αριθμός τους δεν διέφερε σημαντικά από τους άνδρες [ρεμπέτες]. Ήταν πολλές οι άγνωστες γυναίκες που πέρασαν από το ρεμπέτικο. Έχουμε στοιχεία ότι οι άνδρες τις σέβονταν, ίσως όχι όλοι αλλά οι περισσότεροι. Θεωρούσαν τη γυναίκα ισότιμη. Έμπαινε στον τεκέ, αν ήθελε φούμαρε, χάριζε την ερωτική της εύνοια σε όποιον γούσταρε και ήξερε να προστατέψει την επιθυμία της».

594848

Πούλιος Παναγιώτης

Χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από πηγές:

rembetiko.gr, Η Κοινωνική θέση των Γυναικών στα Ρεμπέτικα Τραγούδια του Μεσοπολέμου συγγραφέας Κωνσταντίνα Σπυριάδου,το μωβ.