- ΜΟΥΣΙΚΗ, ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

Για τη συμμαθήτρια μου Χάρις Αλεξίου

Tον Οκτώβρη του 72 στην Δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη μας μάζεψε ο δάσκαλος στη μεγάλη αίθουσα. Ήταν το πρώτο μας μάθημα μετά τις εισαγωγικές. Ήταν και οι δευτεροετείς παρόντες. Ακόμα δεν είχαμε κοιταχτεί στα μάτια καλά καλά ο ένας με τον άλλον. Ανέβασε στη σκηνή μια σεμνή κοπέλα και της ζήτησε να πει το όνομά της. Χαρίκλεια Ρουπάκα είπε με αμηχανία και συστολή. Πες μας αυτό που έδωσες στις εισαγωγικές εξετάσεις σου. Έπεσε μια άβολη σιωπή. Ήταν ωραία, απλή, χωρίς καμιά «θεατρική» υπερβολή ή επιτήδευση. Στάθηκε ακίνητη. Πήρε βαθιά ανάσα και ξεκίνησε.   «- Ναι φεύγω Φριντς τώρα, ίσως έμεινα περισσότερο από όσο θα ’πρεπε…»   «Σταμάτα», της είπε ο Κατσέλης «έλα κάτω». Γύρισε προς τις δύο τάξεις και είπε «αυτή είναι η Εβραία!» Η Χάρις είχε γίνει η Ιουδήθ, η εβραία του Μπέρλτοτ Μπρεχτ. Είχε μιαν ακατανίκητη αλήθεια η ερμηνεία της, που μείναμε όλοι μετέωροι. Σα να έκρυβε μια παλιά ιστορία και οι λέξεις της είχαν άλλο βάρος. Σαν να ήταν προσωπική της υπόθεση. Σε λίγες μέρες μάθαμε πως ήταν τραγουδίστρια που θα συμμετείχε στην Μικρά Ασία του Απόστολου Καλδάρα και θα τραγουδούσε στο κέντρο Δειλινά. Το επίθετο άλλαξε και έγινε Αλεξίου.   Όποτε ερχόταν στη σχολή, γιατί οι νέες της υποχρεώσεις μεγάλωναν τις δεσμεύσεις της, όλο και κάτι θαυμαστό θα έφερνε μαζί της. Ένα ποίημα που της έδωσε η Νίκη Τριανταφυλλίδη να ετοιμάσει, μια συμμετοχή με έναν αμανέ στο Γιοφύρι της Άρτας ή να μας τραγουδάει το «Έστειλα δυο πουλιά στην Κόκκινη Μηλιά», που άρεσε και στον Κατσέλη.   Αλλά πέρα από το εκρηκτικό της ταλέντο μας ταρακουνούσε σε κάθε ευκαιρία με την αμεσότητα και την απλότητα της. Μετά τις χριστουγεννιάτικες διακοπές την πρώτη μέρα στα αποδυτήρια, όποιος έμπαινε ευχόταν στην συγκεντρωμένη παρέα. Ήταν εκεί και κάποιος νέος, άγνωστος σε όλους. Κανένας μας δεν του ευχήθηκε. Η Χαρούλα αφού ευχήθηκε σε όλους, του άπλωσε το χέρι της ανοιχτόκαρδα και του είπε «Δεν γνωριζόμαστε, αλλά χρόνια σου πολλά!» Δεύτερη χρονιά, η συμμαθήτρια δεν ξανά ήρθε στη σχολή. Την έκλεψε το τραγούδι. Βρεθήκαμε στη ραδιοφωνική εκπομπή του Σαββόπουλου “Χειμερινό Ηλιοστάσιο” και της παίξαμε με την Οπισθοδρομική Κομπανία τον «Καϊξή». Είχε κάνει πλέον σχολή ερμηνευτική. Σαν να είχε προσαρμόσει τον Στανισλάβσκυ στο τραγούδι. Μια βαθιά ταύτιση λες και είχε μπει στην καρδιά του ρόλου. Στην καρδιά του τραγουδιού. Ο ερμηνευτής πάσχων. Μια ερμηνεία ψυχή βαθιά. Πονούσε και για μας.   Σιγά σιγά τα τραγουδίσματά της έγιναν σύμβολα. Όταν πίνει μια γυναίκα. Η Αριστοτέλους. Η Δημητρούλα. Η Γκαρσόνα, το Ανεστάκι… Αλλά δεν είναι μόνο το παρελθόν που φωτίζεται από την ερμηνεία της. Είναι και το παρόν του Σπανού, του Λοΐζου, του Παπαδόπουλου, του Μικρούτσικου, της Νικολακοπούλου, του Ρασούλη, του Μαρκόπουλου, του Ελευθερίου, του Νικολόπουλου, του Δημητρίου. Το δικό μας παρόν. Η δική μας η ζωή που πλέον την κρατάει απ’ το χέρι. Είναι η γυναίκα που αφηγείται το πόνο και την χαρά, εξ αδιαιρέτου, με εξαιρετική ευκρίνεια. Που την ακουμπάς και σε πονάει. Τραγουδάει τον έρωτα και διαδηλώνουν οι φαντάροι. Και τολμάει συνέχεια τολμάει. Γράφει ποιήματα, γράφει μουσικές, γράφει τραγούδια. Αυτός ο δρόμος της δημιουργίας την καίει. Αλλάζει ήχο. Αλλάζει στέκια. Φτιάχνει τη δικιά της Εστία. Δεν κρύβεται πίσω από καλούς μουσικούς. Είναι μαζί τους και παλεύει στα ίσα. Το πάθος της δικαιώνει όλες τις μουσικές σχολές. Γίνεται η μικρή καθημερινή μας προσευχή «Δι ‘ευχών των Αγίων ημών»!   Κάθισε λοιπόν η συμμαθήτρια, γενναία σαν την Εβραία, απέναντι στο μικρόφωνο και του είπε «Ναι φεύγω Φριντς τώρα…»

Γράφει ο Άγγελος Σφακιανάκης

Πηγή: musicpaper.gr