You are currently viewing Μάθε παιδί μου Θουκυδίδη

Μάθε παιδί μου Θουκυδίδη

news-apopseis

Γιάννης Δρίτσουλας

 

Χωρίς να θέλει κανείς να είναι προφήτης, μπορεί με σχετική βεβαιότητα να προβλέψει ότι θα εμφανισθούν πλείστα αφιερώματα στο ένδοξο παρελθόν μας ενόψει της επετείου της 25ης Μαρτίου. Την τιμητική τους θα εχουν μάχες του Ελληνισμού υπό αντίξοες συνθήκες ως την τελική επικράτησή μας πέρα από κάθε προσδοκία. Τέτοια αφιερώματα είναι καλά και σίγουρα είναι μια κάποια λύσις στο μελαγχολικό παρόν μας. Οι επόμενες σειρές, όμως, απέχουν πολύ από κάτι τέτοιο.

Τον τελευταίο καιρό βαμβαρδιστήκαμε από αναλύσεις, κυρίως οικονομικές, για την κατάσταση του κράτους και την προοπτική του στην ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Χωρίς να μπορώ να ελέγξω σε βάθος την ακρίβεια των οικονομικών αναλύσεων, αλλά και χωρίς να παραγνωρίζω το ρόλο της οικονομίας στην πολιτική ενός σύγχρονου κράτους, θα’ θελα να φωτίσω – έτσι γι’ αλλαγή – το ρόλο της ιστορίας στη χάραξη της πολιτικής στρατηγικής ενός κράτους. Το καλό με την ιστορία σε σχέση με την οικονομία είναι η καθολικότητά της: περιέχει την πλήρη εικόνα του κράτους – και την οικονομία. Οδηγός για τα σύγχρονα προβλήματα στρατηγικής του κράτους μας, αλλά και της Ευρώπης συνολικά, δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από το θεμελιωτή της πολιτικής ιστορίας και δάσκαλο του είδους Θουκυδίδη.

Ο Θουκυδίδης ιστορώντας τον Πελλοπονησιακό Πόλεμο, κατέγραψε, μεταξύ άλλων, τη φύση της Αθηναϊκής ηγεμονίας και τον αντίκτυπο που είχε αυτή σε συμμάχους και εχθρούς. Ως προς τη φύση του αθηναϊκού κράτους, δεν πλανάται καθόλου. Αποκαλύπτει με ειλικρίνεια τον ασυνείδητο τρόπο, με τον οποίο αποκτήθηκε η ηγεμονία της. Σημειώνει οτι ήταν δεσποτισμός στηριγμένος όχι στο δίκαιο, αλλά στη δύναμη. Η αρχή αυτή παρουσιάζεται ως φυσική στις διακρατικές σχέσεις. Ο Θουκυδίδης υπεραμύνεται μάλιστα της αρχής αυτής και με τα χείλη του ευφυούς Περικλή, δικαιολογώντας την επιβολή της αθηναϊκής πολιτικής, αφού οδήγησε σε πλούτο, δύναμη και δόξα[1].

Υπέρτατος στόχος ενός κυβερνήτη (οποιουδήποτε κράτους) είναι όχι η δικαιοσύνη, αλλά η λογική της Πολιτείας· αυτή είναι ο κυρίαρχος οδηγός στη διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων[2]. Στην περίπτωση της Αθήνας, η αυτοκρατορία δεν μπορεί να αμύνεται με όπλο τη δικαιοσύνη ούτε θα μπορούσε ποτέ να διατηρηθεί χάρη σ’ αυτή, αλλά χάρη στην επίδειξη μεγαλύτερης δύναμης. Για το λόγο αυτό, κρατούσε κάτω από ζυγό (πολιτικής και οικονομικής) υποτέλειας τις συμμαχικές πόλεις, με αποτέλεσμα αυτές να εξεγερθούν, ενώ επιδίωξε να επεκτείνει την επικυριαρχία της και στα αμέτοχα κράτη, όπως η Μήλος. Δράττοντας την ευκαιρία, ο Θουκυδίδης περιγράφει την κατάληψη της ουδέτερης Μήλου και τη σφαγή του πληθυσμού για να εκθέσει χωρίς εξωραϊσμούς τα ελατήρια της πολιτικής δράσης: όπως και σήμερα, έτσι και τότε, τα επιχειρήματα των Αθηναίων δεν είχαν καμμία σχέση με τη δικαιοσύνη και την ηθική, αλλά ήταν ακριβώς όσα επικαλέστηκε κάθε αυτοκρατορία και αποικιακή δύναμη στο διάβα της ιστορίας[3].

Και η τύχη; Κατά τον αρχαίο ιστορικό, η τύχη παίζει ρόλο αλλά όχι αποφασιστικό στην εξέλιξη των πραγμάτων. Δίνει, όμως, μεγαλύτερη βάση στη διαχείριση των πραγμάτων από έναν ικανό κυβερνήτη, κατακρίνοντας τα ανθρώπινα σφάλματα που οδηγουν την παρακμή του κράτους. Την ίδια περίπου εποχή, ο Δημόκριτος γράφει πως «η τύχη είναι ένα είδωλο που οι άνθρωποι συνηθίζονται να το δέχονται λόγω της πνευματικής τους αδυναμίας. Η τύχη σπάνια συγκρούεται με τη σοφία. Στα πιο πολλά προβλήματα της ζωής, μια διάνοια διαυγής μπορεί ν’ ασκήσει τη μαντεία με επιτυχία»[4]. Τέτοια διάνοια ήταν κατά το Θουκυδίδη ο Θεμιστοκλής λόγω της παροιμιώδους διορατικότητάς του και ο Περικλής λόγω της μετριοπάθειάς του και της προσήλωσής του στον πολιτικό ρεαλισμό[5].

Πώς όμως μας βοηθούν όλ’ αυτά να δούμε τις σημερινές καταστάσεις; Πόση σχέση έχουν οι εικόνες που κατέγραψε ο Θουκυδίδης και οι αξίες που τον ενέπνευσαν για να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει; Η σχέση είναι πολύ μεγάλη, πιο μεγάλη απ’ όσο φαντάζεται κανείς. Η ιστορία, βέβαια, δεν επαναλαμβάνεται σαν μια ευθεία γραμμή, που την ξανατραβούμε, όπως πριν. Τίποτα δεν είναι ακριβώς ίδιο με το παρελθόν. Το παρελθόν όμως βοηθά με τα παραδείγματα και τους κανόνες, που διαμορφώνει πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά.

Στη σύγχρονη εποχή, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κατακριθεί πολλές φορές και από πολλούς στο παρελθόν – και δικαίως – για το γεγονός ότι δεν έχει δομηθεί δημοκρατικά ούτε λειτουργεί (πάντα) δημοκρατικά. Αναλύσεις έχουν δει το φως της δημοσιότητας για το πόσοι Γερμανοί στελεχώνουν τις καίριες θέσεις στις επιτροπές των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εν τη ουσία χειρίζονται τα κρίσιμα ζητήματα της Ευρώπης, αντί για το Ευρωκοινοβούλιο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που ξεκίνησε ως ένα εγχείρημα οικονομικής και επιχειρηματικής σύγκλισης συμφερόντων για να αποσοβηθεί η ανάφλεξη ενός νέου πολέμου, ρέπει σε ένα σχήμα Γερμανικής Ένωσης, όπου η εύρωστη πολιτικά και οικονομικά Γερμανία καθορίζει αποφασιστικά την πολιτική δράση όλης της ένωσης, προς όφελος της ασφαλώς. Έχοντας καθορίσει την ευρωπαϊκή πολιτική για την έξοδο από την κρίση με κριτήρια λιτότητας και αυστηρής εποπτείας, δεν επιθυμεί να αμφισβητηθεί από κανένα άλλο κράτος – μέλος της Ένωσης.

Στις διαμαρτυρίες της Ελλάδας και άλλων κρατών κατά της πολιτικής αυτής απαντά με χειραγώγηση των μικρότερων κρατών (αρκεί να θυμηθεί κανείς τα τηλεφωνήματα της γερμανικής καγγελαρίας προς προειδοποίηση σε όλους τους πρωθυπουργούς επρόκειτο να συναντήσει στην πρώτη ευρωπαϊκή περιοδεία του ο Έλληνας πρωθυπουργός). Επίσης, δημιουργεί συμμαχίες με τα πιο εύρωστα κράτη – μέλη για οχύρωση της πολιτικής αυτής κατά τη λήψη συλλογικών αποφάσεων. Κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα, επέδειξε σταθερά άκαμπτη στάση, για να καμφθούν οι αντιρρήσεις της ελληνικής πλευράς ως προς το ακολουθούμενο πρόγραμμα. Σ’ αυτό βοήθησε και η εκβιαστική απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να μη δέχεται ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (κυρίως από ελληνικές τράπεζες), αν και η Ελλάδα βρισκόταν κατά τη λήψη της απόφασης αυτής σε πρόγραμμα εξυγίανσης, το γνωστό και ως «μνημόνιο»[6]. Το αξιοσημείωτο της απόφασης αυτής είναι ότι παράγντες της  Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δήλωσαν ότι ελήφθη η απόφαση αυτή για να πιεστεί η ελληνική πλευρά κατά τις διαπραγματεύσεις.

Στην Ελλάδα τείνουμε σήμερα, όπως και παλιότερα, να προτάσσουμε έναντι τέτοιων πρακτικών το επιχείρημα της δικαιοσύνης και της ηθικής (ερμηνευμένο από την δική μας πλευρά) για να υπερασπιστούμε τα συμφέροντά μας. Η γραμμή, όμως, αυτή δεν βοηθά, ούτε παλιότερα νομίζω ότι βοήθησε. Κανείς δεν μπορεί να ψέξει πολιτικά και στρατηγικά τη Γερμανία, που επιδιώκει και οικοδομεί μια Γερμανική Ένωση. Εξετάζοντας την ευρωπαϊκή ιστορία, η Γερμανία το είχε πάντοτε ως στρατηγικό στόχο και, κατά τη σύγκρουση των συμφερόντων της με τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, πυροδότησε τρεις πολέμους (1870 με τη Γαλλία, 1914 και 1939, που κατέληξαν Παγκόσμιοι). Με τον τρόπο αυτό επεκτείνει την πολιτική και οικονομική επιρροή της και προσπορίζει οφέλη στους πολίτες της. Το πόσο δίκαιες και ηθικές πρακτικές χρησιμοποιεί προς το σκοπό αυτό είναι δευτερεύον· το πρωτεύον είναι πόσο συνεπής είναι στην ευόδωση της στρατηγικής της.

Ποια είναι, όμως, η θέση της Ελλάδας σε όλα αυτά; Η χώρα μας είναι εδώ και πολλά πολλά χρόνια ένα μικρό κράτος, σε παρακμή, από την άποψη ότι πλέον δεν καθορίζει τελείως αυτόνομα τη δράση της, αλλά επηρεάζεται από τις κινήσεις των μεγαλύτερων «παικτών» στη διεθνή κονίστρα. Αυτό, όμως, δεν είναι λόγος για να οδηγεί σε μελαγχολία επί «περασμένων μεγαλείων, που διηγώντας τα να κλαίς». Μπορεί κανείς, αντιθέτως, να πάρει παράδειγμα από την αρχαία Σπάρτη, η οποία όταν βρέθηκε σε παρακμή (μετά τη μάχη της Μαντίνειας το 362π.Χ.) τροποποίησε τη στρατηγική της, έκανε ελιγμούς μεταξύ των νέων δυνάμεων της εποχής (Μακεδονία, Αχαϊκή Συμπολιτεία, Αίγυπτος) προκειμένου να διατηρήσει τα όποια κεκτημένα μπορούσε. Και εν μέρει τα κατάφερε[7].

Στη σύγχρονη εποχή, τώρα, το να έρθει η Ελλάδα σε ευθεία ρήξη με μια δύναμη, όπως η Γερμανία, είναι νομίζω στρατηγικό σφάλμα και οδηγεί στην απομόνωση – ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις στην οικονομία μας. Αντιθέτως, συνετότερη πολιτική θα ήταν να αναδείκνυε τα επιχειρήματά της για την οικονομική πολιτική που ακολουθείται με άλλους τρόπους.

Ένα πρώτο βήμα είναι η ανασυγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος έχει παθογένειες δεκαετιών, καθώς και ο εξορθολογισμός των διαδικασιών λειτουργίας του. «Νοικοκυρεύοντας» το κράτος του κανείς, έχει τη δικαιολογία να ζητήσει εμπιστοσύνη και καλύτερη αντιμετώπιση στις διεθνείς του σχέσεις. Ένα δεύτερο βήμα είναι σίγουρα η δημιουργία συμμαχιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να δημιουργηθεί ένα ρεύμα αμφισβήτησης προς τη γερμανική πολιτική. Απαιτείται προγραμματισμός, που δεν μπορεί επηρεάζεται (παρά ελάχιστα) από την τύχη.

Στη χώρα μας, όμως, πρέπει να παραδεχθούμε – και να το παραδεχθούν και οι εταίροι μας – ότι υπάρχει σοβούσα ανθρωπιστική κρίση. Αυτή είναι απείρως σημαντικότερη από την πιστωτική κρίση. Η αντιμετώπισή της είναι πιο επείγουσα από οτιδήποτε άλλο και απαιτεί χρόνο και χρήμα και δεν έχουμε τίποτε από τα δύο. Χρειάζεται λοιπόν αναδιάταξη της στρατηγικής μας, συναινετικό κλίμα στο εσωτερικό της χώρας και συντονισμός του κρατικού μηχανισμού όσο (ταυτόχρονα) οικοδομούμε συμμαχίες για να εξασφαλίσουμε χρόνο και χρήμα.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι εύκολο και η προώθηση των συμφερόντων τρίτων (π.χ. με τις ιδιωτικοποιήσεις) εις βάρος μας θα κάνει τα πράγματα δυσκολότερα. Απαιτείται πάντως πρωτίστως από εμάς πολιτικός ρεαλισμός και μετριοπάθεια. Οι κραυγές του παρελθόντος περί δικαιοσύνης και ηθικής θα έπρεπε να αντικατασταθούν με συγκεκριμένα παράπονα για την ακολουθούμενη πολιτική, που έφερε περισσότερα δεινά από καλά στην Ελλάδα. Επιπλέον, με επεξήγηση των λόγων που η πολιτική αυτή δεν πέτυχε στην Ελλάδα οικονομικούς στόχους, που επέτυχε αλλού[8]. Κι αυτό, χωρίς να υπολογίσει κανείς την κοινωνική κατάσταση που δημιούργησε η πολιτική αυτή σε Πορτογαλία και Ιρλανδία, αλλά και η γενικότερη πολιτική λιτότητας σε όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου.

Απαιτείται, όμως, και από τη Γερμανία πολιτικός ρεαλισμός και μετριοπάθεια. Η γερμανική και η παγκόσμια ιστορία διδάσκει ότι όταν μια υπερδύναμη πιέζει τις διακρατικές σχέσεις στα όρια, επεκτείνοντας τη σφαίρα επιρροής της, δημιουργεί κλίμα εναντίον της και συμμαχίες αντιπάλων, που την υποχρεώνουν σε αναδίπλωση – ή και την καταστρέφουν. Η Γερμανίδα καγγελάριος φημολογείται ότι διαβάζει Θουκυδίδη. Εμείς;

 

[1] Βλ. John Bury – Αρχαίοι έλληνες ιστορικοί, εκδόσεις Παπαδήμα, σελ. 116. Πρόκειται να παραδόσεις του  Bury, καθηγητή του King’s College στο Cambridge, το 1908 στο Harvard.

[2] Bury, ο.π., σελ. 120.

[3] Bury, ο.π., σελ. 117-119, Jacqueline de Romilly – Αρχαία ελληνική γραμματολογία, Καρδαμίτσα, σελ. 160επ.

[4] Απόσπασμα στη συλλογή Mullach Fr Phil, 167.

[5] Ειδικώς γι’ αυτό βλ. de Romilly, ο.π., σελ. 165.

[6] Βλ. άρθρο Καθημερινής 06.02.2015 «Το παρασκήνιο μιας απόφασης που δίχασε την ΕΚΤ»

 

[7] Βλ. Κωνσταντίνο Κολλιόπουλο – Η υψηλή στρατηγικήτης αρχαίας Σπάρτης, εκδόσεις Ποιότητα, σελ. 281επ. Ο συγγραφέας τονίζει ιδιαίτερα (σελ. 287) ότι κατά την περίοδο αυτή, η Σπάρτη δεν ήταν εύρωστη οικονομικά, αλλά αντίθετα η οικονομία της ήταν αγροτική και καθυστερημένη, είχαν αλλάξει τα παραδοσιακά καταναλωτικά πρότυπα και υπήρχε πρόβλημα επιβίωσης.

[8] Βλ. π.χ. άρθρο του Λεωνίδα Στεργίου στην Καθημερινή της 8.3.2015.

Facebook Comments Box

Αφήστε μια απάντηση