- ΑΡΘΡΑ, ΘΗΒΑ

Ο Μικρόκοσμος-Υλη-Ενέργεια

Κατσέλης Γεώργιος – Μαθηματικός, π. προϊστάμενος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Βοιωτίας

Μέρος Ά

  • Ως συνέχεια των άρθρων μου που δημοσιεύτηκαν στον τύπο της Βοιωτίας και στο διαδίκτυο :
  1. Στις 23/5/2020 με τίτλο «Το Σύμπαν, το Απειροστό , ο Ιός και ο Άνθρωπος»
  2. Στις 7/9/2020 με τίτλο: «Ο αριθμός επτά, η Βοιωτία και η επτάπυλος Θήβα», επανέρχομαι με ένα νέο άρθρο, εκφράζοντας τις αγωνίες και τους προβληματισμούς της φοιτητικής και εκπαιδευτικής μου διαδρομής.
  3. Ο όρος ‘‘Κόσμος’’ εμφανίζεται στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και εκφράζει το σύμπαν , τη φύση , την πλάση , τη Γη, την οικουμένη, την κοινωνία, το λαό, το πλήθος, τους ανθρώπους και την ανθρωπότητα. Ακόμα σημαίνει την τάξη, την αρμονία, την ευπρέπεια, το στολίδι-κόσμημα.

Ο ‘‘Κόσμος’’ με τη σημασία του σύμπαντος είναι άφθαρτος, ακατάβλητος και αιώνιος. 

Η δημιουργική δύναμη του κόσμου-φύσης προϋποθέτει τη δυνατότητα αρμονικής συγκρότησης των δημιουργημάτων του.

Το σπουδαιότερο γνώρισμα του κόσμου είναι η ζωή και το πιο θαυμαστό πράγμα σε αυτό τον κόσμο είναι το γεγονός ότι υπάρχουμε ως έλλογα όντα.

Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και σκέψη ο ‘‘Κόσμος’’ είναι ένα σύνολο πραγμάτων που συνενούνται σε μια απείρου εκτάσεως ενότητα.

Ως φιλοσοφικό όρο κατά τον Στοβαίο (5 μ.Χ), πρώτος χρησιμοποίησε τη λέξη αυτή ο φιλόσοφος, μουσικός και μαθηματικός Πυθαγόρας ο Σάμιος (585-495π.Χ.), «…την των όλων περιοχήν του σύμπαντος Κόσμου εκ της εν αυτώ τάξεως».

     Στη συνέχεια χρήση του όρου ‘‘Κόσμος’’ έκαναν επίσης:

Ο φιλόσοφος Παρμενίδης ο Ελεάτης (540-480π.Χ.),

Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος (540-480π.Χ.),

Ο Ξενοφών ο Αθηναίος (430-355π.Χ.),

Ο Πλάτων (427-347π.Χ.)(Κόσμος= «ζώον έμψυχον»),

Ο Αριστοτέλης(384-322π.Χ.)(«σύστασις του όλου»),

Ο Δημόκριτος (460-370 π.Χ.)(«’άπειρος αριθμός κόσμων ατόμων») κ.α.

Κατά τους νεότερους χρόνους ο Γερμανός φιλόσοφος Κάντ(1724-1804μ.Χ.) έλεγε: «Κόσμος είναι το σύνολο όλων των φαινομένων από μακροσκοπική και μικροσκοπική άποψη (ο μικρόκοσμος αποτελείται κατά τον Καντ από μικρές οντότητες, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου του ανθρώπου).

    Με τον όρο Σύμπαν εννοούμε το σύνολο όλων των ορατών και αοράτων, αισθητών και μη αισθητών αντικειμένων, πραγμάτων και φαινομένων, όντων και των νόμων που τον κυβερνούν.

    Έχουν διατυπωθεί πολλές εικασίες, υποθέσεις, δοξασίες, μύθοι, δόγματα, θρησκευτικές πεποιθήσεις και θεωρίες για τη δημιουργία, αρχή, δομή, οργάνωση, λειτουργία και εξέλιξη του σύμπαντος.

  • Για τον προϊστορικό άνθρωπο το Σύμπαν, οι γαλαξίες, τα άστρα, ο Ήλιος, οι πλανήτες, η Γη, η Σελήνη και τα άλλα ουράνια σώματα, αλλά και τα κοσμικά φαινόμενα, τα μετεωρολογικά, τα γεωλογικά(σεισμοί, ηφαίστεια κ.α.), η ζωή, οι αρρώστιες, οι επιδημίες, η πείνα, ο θάνατος, οι φυσικές αλλαγές, περιοδικές και μη και οι καταστροφές, εθεωρούντο απόκρυφες και μυστηριώδεις εκδηλώσεις αόρατων δυνάμεων, σκοτεινών πνευμάτων και υπερφυσικών αγνώστων οντοτήτων.

    Στην Ελλάδα αρχικά ο Ορφέας (π. 1500π.Χ.) και μεταγενεστέρως ο Όμηρος και ο Ησίοδος (Π. 1200-850π.Χ.), εκφράζουν με τα ποιήματα τους, τις θεογονικές και κοσμογονικές αντιλήψεις της εποχής των, καθώς επίσης και διάφορες μυθολογικές και θρησκευτικές απόψεις και παραδόσεις προηγούμενων εκατονταετιών και χιλιετιών.

    Ο Ησίοδος από την Άσκρη της Βοιωτίας στο έργο του «Θεογονία» αναζήτησε την Αρχή, τη Γένεση, τη Δημιουργία και Οργάνωση του Σύμπαντος Κόσμου. Οραματίστηκε από τις Μούσες και κατέγραψε τη Γένεση των Θεών, του Κόσμου, των ανθρώπων, των πραγμάτων και των φυσικών φαινομένων. Κατ’ αυτόν ο Κόσμος προέκυψε από τρία αρχέγονα στοιχεία: Χάος, Γαία, Έρως. Με πρώτη γενεσιουργό αρχή το Χάος « Στην αρχή υπήρχε το Χάος».

    Στην αρχαϊκή εποχή και λίγο μεταγενέστερα, πρώτος ο Θαλής ο Μιλήσιος(624-546π.Χ.) είχε τη φαντασία, την τόλμη και  τη σκέψη να απομακρυνθεί από τις διάφορες θεοκρατικές, θρησκευτικές και μυθολογικές αντιλήψεις και να αναγάγει τη Γένεση, την ερμηνεία του Σύμπαντος Κόσμου, την ύπαρξη των πραγμάτων και των φαινομένων, καθώς και της αληθινής πραγματικότητας σε μια αρχή. Εξέφρασε τότε, περίπου το 600π.Χ. την άποψη ότι αρχή και θεμελιώδης ουσία των πραγμάτων και των όντων είναι το νερό. Η θεωρητική αυτή υπόθεση στηρίχτηκε στην παρατήρηση και στη λογική δύναμη του νου. Κατά το Θαλή επειδή το πλεονάζον και αναγκαίο στοιχείο της φύσης είναι το νερό, αυτό λογικά πρέπει να είναι η αρχή του κόσμου. Η υπόθεση αυτή φαίνεται αφελής. Όμως μόλις πριν από εβδομήντα χρόνια προβλήθηκε η θεωρία ότι τα πάντα έχουν προέλθει από το υδρογόνο από το οποίο αποτελείται το νερό κατά τα δυο τρίτα.

    Ο ηλεκτρισμός έχει τις ρίζες του στην παρατήρηση του Θαλή ότι κομμάτι ήλεκτρου που τρίβεται σε ξηρό ύφασμα έλκει μικρά κομμάτια αχύρου.

    Οι κλάδοι του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού αναπτύχθηκαν χωριστά μέχρι το 1820μ.Χ.! όταν ο Hans Christian Oerstend (1777-1851μ.Χ.) παρατήρησε και απέδειξε πειραματικά την ενότητα των δύο αυτών φυσικών δυνάμεων.

    Ο Θαλής ασχολήθηκε και με τα μαθηματικά. Μέτρησε το ύψος των πυραμίδων του Χέοπος και εισήγαγε την αποδεικτική διαδικασία – μια θαυμαστή ιδέα, η οποία κατέστη ανά τους αιώνες καταλυτική μέθοδος διαπίστωσης της αλήθειας διαφόρων θέσεων, απόψεων και προτάσεων.

    Τη θεώρηση του Θαλή για τον Κόσμο και την έννοια της αρχής ακολούθησαν οι Μιλήσιοι μαθητές του Αναξίμανδρος και Αναξιμένης διαφωνώντας όμως με το δάσκαλο τους.

Ο Αναξίμανδρος (611-545π.Χ.) στήριξε τη διαφωνία του στην ιδέα της συμπαντικής δικαιοσύνης. Υποστήριξε ότι αν από τα τέσσερα θεμελιώδη στοιχεία της φύσης, όπως πίστευαν τότε – νερό, φωτιά, αέρας ,γη -, το νερό ήταν η αρχή του κόσμου αυτό δεν μπορεί να συνιστά μια εξήγηση για τη δημιουργία του κόσμου, απεναντίας θα σηματοδοτούσε το τέλος του σύμπαντος κόσμου, γιατί λόγω της ανομοιογένειας των στοιχείων αυτών θα βρίσκονται σε συνεχή διαμάχη και ανταγωνισμό μεταξύ τους προσπαθώντας να επικρατήσει το ένα επάνω στο άλλο και να τα απορροφήσει. Γι’ αυτό και για λόγους φυσικής αναγκαιότητας θα πρέπει η αρχή να βρίσκεται σε κάτι διαφορετικό από τα τέσσερα αυτά στοιχεία. Στο πλαίσιο του αιτήματος αυτού ο Αναξίμανδρος ισχυρίστηκε ότι το πρωταρχικό αυτό στοιχείο πρέπει να είναι ουδέτερο στο συμπαντικό αγώνα, να είναι άχρονο και αιώνιο, να μεταμορφώνεται στα τέσσερα αυτά στοιχεία της φύσης, τα οποία στη συνέχεια να αναμειγνύονται, να αλληλοδιεισδύουν και να συνθέτουν τα διάφορα πράγματα και όντα της φύσης. Αυτό το ουδέτερο, υπαρξιακό και δημιουργικό στοιχείο του σύμπαντος κόσμου ο Αναξίμανδρος το ονόμασε άπειρο.

    Ο Αναξιμένη(585-525π.Χ.), μαθητής επίσης του Θαλή του Μιλήσιου θεώρησε ότι το κυρίαρχο και θεμελιακό στοιχείο της φύσης από το οποίο δημιουργήθηκαν τα πάντα στον κόσμο είναι ο αέρας. Έλεγε ότι, όταν ο αέρας συμπυκνωθεί γίνεται νερό και στη συνέχεια εάν συμπυκνωθεί περισσότερο γίνεται γη και τελικά λίθος.

    Η για πρώτη φορά εισαχθείσα στη σκέψη και στη συζήτηση έννοια της αρχής θα ήταν στη συνέχεια καταλυτική στη φιλοσοφία και στις επιστήμες. Ακολούθησαν και πολλοί άλλοι φιλόσοφοι επί του ζητήματος της αρχής του κόσμου, οι Πυθαγόρειοι, οι Στωικοί, οι Επικούρειοι και πολλοί άλλοι από τους τετρακόσιους περίπου προσωκρατικούς και διατύπωσαν πολλές άλλες ιδέες και απόψεις επί του ζητήματος αυτού. Το θεμελιακό, πανάρχαιο αυτό ερώτημα απασχόλησε και απασχολεί όλες τις θρησκείες, όλες τις φιλοσοφικές σχολές και όλες σχεδόν τις επιστήμες μέχρι σήμερα.

  • Στη συνέχεια ετέθη το ερώτημα της δομής, της υφής, της μορφής και της φυσιογνωμίας του σύμπαντος κόσμου. Διατυπώθηκαν τότε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις – ιδέες.

    Πρώτος ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος(544-484π.Χ.), υποστήριξε ότι «ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και βασιλιάς των πάντων». Θεώρησε δε ότι ο πόλεμος έχει προέλθει από το αρχέγονο πυρ, που είναι η αρχή του κόσμου και τείνει να καταλήξει σε αυτό μέσα από μια κυκλική πορεία, που υπαγορεύεται από το λόγο, την ειμαρμένη ή τη δίκη. Υπάρχει μια συνεχής σύγκρουση μεταξύ Θεών και ανθρώπων και αντιπαράθεση μεταξύ των αντικειμένων(πραγμάτων και φαινομένων). Ο πόλεμος στο σύμπαν εκφράζει την αέναη κίνηση, την ασταμάτητη μεταβολή. Τίποτα στο σύμπαν δεν μένει σταθερό και αμετάβλητο, «τα πάντα ρει». Η αναπόφευκτη κατάληξη της διαρκούς σύγκρουσης και διαμάχης πρέπει να είναι η φθορά, ο εκφυλισμός και η καταστροφή. Αυτό όμως κατά τον Ηράκλειτο δεν συμβαίνει γιατί παρεμβαίνει η συμπαντική δικαιοσύνη και εξασφαλίζεται στο σύμπαν η εξισορρόπηση των αντιθέτων, η Παλίντονος αρμονίας, η αρμονία που συγκροτείται από αντιτιθέμενες δυνάμεις και τάσεις. Η αρμονία αυτή είναι αφανής και όμορφη, εκφράζει και επιβάλει στο σύμπαν την ισορροπία και τη συνύπαρξη όλων των αντιθετικών πραγμάτων, φαινομένων και καταστάσεων.

    Ο Παρμενίδης(540-470π.Χ.) από την Ελέα της Κάτω Ιταλίας, στάθηκε κριτικά στη θεωρία του Ηράκλειτου και στο αδιέξοδο της αλλαγής του νοήματος των λέξεων και στην αδυναμία λόγω της συνεχούς και ασταμάτητης μεταβλητότητας λειτουργίας της γλώσσας και της συνενόησης και επικοινωνίας των ανθρώπων. Δηλαδή, αν τα πάντα μεταβάλλονται στη ροή του χρόνου τότε και οι λέξεις πρέπει να αλλάζουν νόημα και περιεχόμενο και επομένως θα δημιουργείται αδιέξοδο στη γλώσσα ,-θεμελιώδους μέσου-, σκέψης, έκφρασης και δράσης των ανθρώπων.

    Ο Παρμενίδης υποστήριξε ότι οι αισθήσεις μας απατούν και μας παρέχουν κατά κανόνα ψευδείς πληροφορίες και εικόνες. Ο αισθητός κόσμος, ο συνεχώς μεταβαλλόμενος δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έγκυρης γνώσης και βεβαιότητας. Η σκέψη μόνο, ο νους του ανθρώπου μπορεί να εξασφαλίσει τη σταθερότητα.

    Οι έννοιες που ενοικούν στον νου μας μπορούν επειδή παραμένουν αναλλοίωτες να μας δώσουν και να μας περιγράψουν την αληθινή πραγματικότητα. Αυτές(οι έννοιες) εκφράζουν την αναγκαία σταθερότητα του σύμπαντος κόσμου. Ο Παρμενίδης δεν δίστασε να ταυτίσει την πραγματικότητα με τη σκέψη . Είπε και έγραψε : «εκείνο που σκεπτόμαστε και εκείνο που υπάρχει (το πραγματικό) είναι ένα και το αυτό», δηλαδή ταύτισε το είναι με τη νόηση. Η ταυτότης του Είναι και του Νοείν σημαίνει ότι ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει τα νοείν δίχως το είναι. Τα δύο αυτά νοείν και είναι αποτελούν ολότητα.

     Ο Παρμενίδης και άλλοι στοχαστές προσπάθησαν να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει πραγματική κίνηση στον κόσμο, πραγματική μεταβολή ιδιοτήτων, πραγματική γένεση και φθορά. Για τον Παρμενίδη ο κόσμος στο σύνολο του είναι μια αμετάβλητη ολότητα(«εστίν είναι»), όπου τίποτα δεν κινείται, όπου ο χρόνος είναι απών, δηλαδή το σύμπαν του Παρμενίδη είναι α-χρονικό. Αυτά προσπάθησε να αποδείξει ο Ζήνων ο Ελεάτης(490-425π.Χ.)  μαθητής του τα τέσσερα περίφημα παράδοξα του, του «Αχιλλέα και της χελώνας», «του βέλους», «του σταδίου», «της διχοτομίας». Αυτά στηρίζονται στην ιδέα ότι ο χρόνος και η κίνηση αποτελούνται από ξεχωριστές, διακριτές μεταξύ τους ατομικές στιγμές(ασυνέχεια της κίνησης και του χρόνου).

    Για τον Παρμενίδη υπάρχει μόνο το Απόλυτο Είναι και αυτό το προσεγγίζει η νόηση και όχι η εμπειρία.

    Ο Πλάτων (427-347π.Χ.)  θεώρησε αργότερα τον Παρμενίδη ως τον μόνο ομόφρονα του από όλους τους προσωκρατικούς.

    Ο Δημόκριτος (460-370π.Χ.) γεννήθηκε στα Άβδηρα της Θράκης. Την εποχή αυτή τα  Άβδηρα  ήταν ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Ελλάδος. Καταγόταν από πλούσια και φιλοπρόοδη οικογένεια. Ήταν ένα φιλοπερίεργο, ανήσυχο και διερευνητικό πνεύμα. Συγκέντρωσε και αξιοποίησε ένα μεγάλο πλήθος γνώσεων. Έκανε σπουδές και στην Αθήνα, όπου παρακολούθησε και μαθήματα του Σωκράτη. Ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στη Βαβυλώνα. Υπήρξε πολυγραφότατος και από τους πιο γόνιμους αρχαίους συγγραφείς.

    Ο Μαρξ (1818- 1883μ.Χ.)  και ο Ένγκελς(1820- 1895μ.Χ.) ονόμασαν το Δημόκριτο «την πρώτη εγκυκλοπαιδική διάνοια μεταξύ την Ελλήνων».

    Ο Θράσυλλος(36μ.Χ)τακτοποίησε τα βιβλία του Δημόκριτου σε τετραλογίες. Ο Δημόκριτος έγραψε :

Ηθικά βιβλία(2 τετραλογίες)

Φυσικά (4 τετραλογίες)

Μαθηματικά (3 τετραλογίες)

Μουσικά και λογοτεχνικά (2 τετραλογίες)

Τεχνικά (2 τετραλογίες)

Δηλαδή έγραψε συνολικά 13 τετραλογίες ή 52 βιβλία.

Ο Πλάτων στην Αθήνα τον αγνοούσε κατά τρόπο προκλητικό, τον απεχθανόταν και πολύ θα ήθελε να παραδώσει τα βιβλία του στην πυρά. Όμως σε πείσμα του Πλάτωνα ο Δημόκριτος κατόρθωσε να γίνει γνωστός και να καταλάβει μια αξιοζήλευτη θέση στην ιστορία της φιλοσοφίας.

    Στη φιλοσοφία την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο εκ διαμέτρου αντιθέτων αντιλήψεων που εισηγήθηκαν ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης για τη δομή του κόσμου επιχείρησε και προσπάθησε να υπερβεί ο Δημόκριτος. Τη θεωρία του Ηρακλείτου κατά την οποία ο κόσμος βρίσκεται κάτω από μια συνεχή και ακατάπαυστη αλλαγή και τη θεωρία του Παρμενίδη ότι πέρα και πίσω από τον μεταβαλλόμενο κόσμο υπάρχει μια σταθερότητα που την εξασφαλίζει η νόηση μας.

Ο Δημόκριτος προσπάθησε να τις συγκεράσει στο πλαίσιο της θεωρίας του, δηλαδή της ατομικής θεωρίας. Κατά τον Δημόκριτο κάθε υλικό αντικείμενο μπορεί να κοπεί σε μικρότερα τμήματα και αυτά με τη σειρά τους σε άλλα μικρότερα και στη συνέχεια σε ακόμα πιο μικρά κ.τ.λ. Η διαδικασία αυτή της τμήσης έχει ένα όριο . Έτσι καταλήγουμε σε σωματίδια τα οποία δεν μπορούν να τμηθούν σε μικρότερα. Τα μικρά αυτά σωματίδια που δεν μπορούν να τμηθούν άλλο ο Δημόκριτος τα ονόμασε άτομα( από το «α» στερητικό και το ρήμα «τέμνω»), ανάμεσα στα άτομα θεώρησε άτι υπάρχει κενό .

    Τα άτομα χάρη στο κενό που υπάρχει ανάμεσα τους βρίσκονται σε διαρκή κίνηση που έχει τη μορφή δίνης. Έτσι άτομα, κενό και κίνηση είναι τρείς φυσικές πραγματικότητες. Τα άτομα αλλάζονταν θέση μέσα στο κενό συγκρούονται μεταξύ τους και μετά από συνεχείς και αλλεπάλληλες συγκρούσεις σχηματίζουν διάφορους συνδυασμούς και νέες μορφές σωμάτων. Ο Δημόκριτος στο πλαίσιο της ατομικής θεωρίας του συνέθεσε τις δύο αντιτιθέμενες απόψεις του Ηρακλείτου και του Παρμενίδη.

    Έτσι από τη μια πλευρά μέσα από την διαρκή και ακατάπαυστη κίνηση των ατόμων και τους απειράριθμους συνδυασμούς αυτών με την οποία δημιουργείται η ποικιλία των υλικών σωμάτων υιοθετείται ο ισχυρισμός του Ηράκλειτου για την αέναη μεταβολή του κόσμου και από την άλλη τα άτομα ως μη δυνάμενα να τμηθούν περεταίρω παραμένουν αναλλοίωτες οντότητες και με αυτό τον τρόπο ικανοποιείται η θέση περί σταθερότητας του κόσμου του Παρμενίδη.

    Κατά το Δημόκριτο το άτομο και το κενό μεταξύ αυτών είναι δύο πραγματικές οντότητες. Πέρα από τα άτομα και το κενό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Η κίνηση θεωρείται σύμφυτο χαρακτηριστικό του κόσμου.

     Τη θεωρία αυτή είχε ξεκινήσει νωρίτερα και ο Λεύκιππος (500-440π.Χ.). Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος δεν έδωσαν καμία εξήγηση της πρωταρχικής κίνησης των ατόμων, καθόσον τα άτομα υπήρχαν προαιώνια μέσα στο κενό άρα η κίνηση τους πρέπει να ήταν επίσης άναρχη και προαιώνια. Έτσι η κίνηση αποτελεί κατ’ αυτούς αυτονόητο χαρακτηριστικό του σύμπαντος κόσμου.

  • Ύλη και ενέργεια

    Ο αρχαίος ελληνικός φιλοσοφικός στοχασμός ήταν πρωτότυπος και  πολυμερής και εκτός από τα ζητήματα της αρχής και της δομής του κόσμου ασχολήθηκε  και με το ζήτημα της ύλης και της ενέργειας.

    Ύλη είναι κάθε ουσία που υπάρχει στο χώρο και έχει μάζα, βάρος και πυκνότητα, είναι δηλαδή το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένο κάθε αντικείμενο του εξωτερικού κόσμου. Είναι ουσία στο χώρο και στον αιώνιο χρόνο με βασική ιδιότητα την κίνηση.

    Ενέργεια είναι η ιδιότητα υλικού σώματος να παράγει έργο, ότι μπορεί να μεταβληθεί σε μηχανικό έργο: ότι παράγεται με την κατανάλωση μηχανικού έργου και λογίζεται ως το ποσό του έργου που απαιτείται προκειμένου το σύστημα να μετακινηθεί από μια αρχική σε μια τελική κατάσταση.

    Μορφές ενέργειας: Μηχανική, Ηλιακή , Αιολική, Γεωθερμική, Πυρηνική κ.τ.λ. Στη φιλοσοφική θεωρία υποστηρίζεται ότι η ενέργεια και η μεταβολή αποτελούν την μοναδική αυθύπαρκτη πραγματικότητα και την ουσία των φυσικών και πνευματικών φαινομένων. Η φιλοσοφική ενεργειοκρατία αρνείται την αυθυπαρξία της ύλης. Εν αντιθέσει με την φιλοσοφική υλοκρατία.

    Η ύλη και η ενέργεια κατά τη φυσική επιστήμη είναι δύο οντότητες σωματιδίων και σωμάτων στο σύμπαν. Η έννοια της ύλης έγινε πρόβλημα αρχικά της μυθολογίας και της θρησκείας και μετά της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι δέχτηκαν πως ο κόσμος αποτελεί μια ενότητα και ξεχωριστά το νερό, ο αέρας, η φωτιά και η γη αποτέλεσαν τις γενικές αρχές των όντων.

    Την υλική υπόσταση του κόσμου υποστήριξαν ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος με την ατομική τους θεωρία.

    Ο Αριστοτέλης υποστήριξε επίσης ότι το νερό, ο αέρας, η φωτιά και η γη ήταν τα πρωταρχικά στοιχεία από τα οποία έγιναν όλα τα άλλα υλικά σώματα.

     Το βασικό φιλοσοφικό πρόβλημα τέθηκε όταν οι φιλόσοφοι άρχισαν να εξετάζουν τη σχέση που έχει η ύλη με το πνεύμα, δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στον εγκέφαλο και τη συνείδηση.

    Τέθηκαν τα ερωτήματα:

  1. Η ύλη ή το πνεύμα είναι το σημαντικότερο;
  2. Ποιο επιδρά επάνω στο άλλο;
  3. Ποιο υπερέχει;
  4. Ποια η αιτία και πιο το αποτέλεσμα; Ποιο από τα δύο προηγήθηκε;
  5. Υπάρχει Δημιουργία του Σύμπαντος Κόσμου; Ποια η αιτία και η αρχή;

    Οι απορίες αυτές σημάδεψαν την ανθρώπινη διανόηση. Οι απαντήσεις που δόθηκαν μέχρι σήμερα οριοθέτησαν βασικά τις δύο φιλοσοφικές θεωρίες. Τον υλισμό και τον ιδεαλισμό.

    Από τη θεωρία του υλισμού διαμορφώθηκε γύρω 1850μ.Χ. ο ιστορικός υλισμός με εκπροσώπους τους δύο θεωρητικούς του επαναστατικού προλεταριάτου, τον Μάρξ (Marx, 1818-1883μ.Χ.) και τον Ένγκελς( Engels, 1820-1895μ.Χ.) οι οποίοι εφάρμοσαν την υλιστική θεωρία τους στη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων.

Στον κόσμο της φυσικής και στον κόσμο των μαθηματικών οι έννοιες της Ύλης και της Ενεργείας έχουν υποστεί πολλαπλές και ουσιώδεις αλλαγές.

    Ο Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ( Hegel,1770-1831μ.Χ.) περίπου το 1815μ.Χ. έγραψε: «Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης αποτέλεσαν και αποτελούν διαχρονικά τους μέγιστους δασκάλους ολόκληρης της ανθρωπότητας».

    Ο Πλάτων (427 -347π.Χ) ο Αθηναίος.

Ο Πλατών στο έργο του <<Τίμαιος ή περί φύσεως>> θεώρει πως παρόλο που δεν μπορεί να επιτευχθεί η απολυτή αλήθεια στην επιστημονική σκέψη- εκτός των μαθηματικών-, κύριο μέλημα της πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν  μεγαλύτερη προσέγγιση σε αυτή, δηλαδή στην απολυτή αλήθεια. Η άποψη αυτή αποτελεί και τη βάση της σύγχρονης επιστήμης καθ’ όσον ο Γερμανός φυσικός  Heisenberg (1901-1976 μ.Χ.) διατύπωσε περίπου 2300 χρόνια μετά την Αρχή της Απροσδιοριστίας ή της Αβεβαιότητας.

Ο Αριστοτέλης(384-322π.Χ.) από τα Στάγειρα της Μακεδονίας.

Ο Αριστοτέλης έγραψε 29 βιβλία. Ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα ζητήματα του επιστητού. Γνώρισε καθολική αποδοχή στους τομείς της μεταφυσικής, της ηθικής, της λογικής, της πολιτικής φιλοσοφίας, της ποιητικής και της ρητορικής.

    Η αριστοτελική φιλοσοφία της φύσεως παρά το γεγονός ότι επηρέασε για περίπου 2000 χρόνια τις αντιλήψεις των ανθρώπων για τον κόσμο, αμφισβητήθηκε έντονα  από το 1543 μ.Χ. και μετά και ιδίως από το Νευτώνειο Μηχανιστικό Ντετερμινιστικό Μοντέλο που δημοσιεύτηκε το 1687μ.Χ. στο έργο του Νεύτωνος με τίτλο: « Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον εξοβελισμό του Αριστοτέλειου Κοσμικού Μοντέλου περισσότερο από τρείς αιώνες, δηλαδή από το 1687 μέχρι σήμερα.

    Σήμερα ισχύει η ίδια αντίληψη;

    Τα τελευταία χρόνια τα έργα του μεγαλοφυούς Σταγειρίτη με τίτλο « Φυσικά » και « Μετα-φυσικά» μελετούνται καλύτερα, ενδελεχέστερα και βαθύτερα από τους ανά τον πλανήτη φιλοσόφους, στοχαστές, επιστήμονες και ερευνητές. Αναπτύσσεται σήμερα ένας νέος αριστοτελισμός στην φιλοσοφία της φυσικής επιστήμης. Το Αριστοτελικό Δυναμικό Μοντέλο της φύσης είναι σε αντίθεση με το «Α-χρονικό Παρμενίδειο Σύμπαν», με το «Δημοκρίτειο Ατομικό Μοντέλο» και με το «Νευτώνειο Κοσμικό Μοντέλο- Κοσμοείδωλο». Ο Αριστοτέλης έθεσε πολλά ζητήματα της φυσικής πραγματικότητας. Συγκεκριμένα για την αρχή του κόσμου, τη δομή του κόσμου, την ουσία της ύπαρξης, το χώρο, τον χρόνο, την ύλη, τις αιτίες των φυσικών διαδικασιών του εξωτερικού κι εσωτερικού κόσμου, την κίνηση, την ποσοτική και ποιοτική μεταβολή, το γίγνεσθαι, την συνέχεια και ασυνέχεια, του εν ενεργεία και εν δυνάμει κόσμου κ.α.

    Περιληπτικά παραθέτω μερικά στοιχεία:

α). Ο Αριστοτέλης χώρισε το φυσικό κόσμο σε δύο επίπεδα: στον ουράνιο ή υπερσελήνιο κόσμο, τον κόσμο της τελειότητας και αιωνιότητας, όπου όλα τα πράγματα διατηρούνται άφθαρτα και κυριαρχεί η αιωνιότητα των κινήσεων και στον υποσελήνιο κόσμο (αισθητός κόσμος) , τον κάτω της σελήνης κόσμο, τον κόσμο της ύλης, της αλλαγής, της γενέσεως, της φθοράς και του διαρκούς γίγνεσθαι.

β).Η ιστορία της κίνησης του Αριστοτέλη είναι μοναδική στην ιστορία της φιλοσοφίας και της επιστήμης.

  Κίνηση κατ’ αυτόν είναι:

  1. Η μετάθεση μέσα στο χώρο. Αυτό ήταν κεντρική ιδέα για την Δημοκρίτεια ατομική θεωρία και κεντρική ιδέα της Νευτώνειας φυσικής.
  2. Αλλοίωσις(ποιοτική μεταβολή,λ.χ. το πράσινο μήλο γίνεται κόκκινο).
  3. Αύξησις
  4. Φθίσις
  5. Γένεσις
  6. Φθορά

    Έτσι φύση και κίνηση είναι αλληλένδετες.

γ). Βασικοί πυλώνες στο αριστοτελικό έργο αποτελούν τα δύο οντολογικά ζεύγη:

i. Ύλη-μορφή και

ii. Εν δυνάμει-εν ενεργεία ον.

Αυτά τα δύο ζεύγη συνδέονται με την μοναδική στην ιστορία του ανθρωπίνου πνεύματος, θεωρία των τεσσάρων αιτίων.

δ). Θεωρία των τεσσάρων αιτίων.

i. Υλικό αίτιο

ii. Ποιητικό αίτιο

  1. Το τελικό
  1. Το μορφικό

Το μορφικό αίτιο δηλώνει όχι μόνο την εξωτερική μορφή ενός πράγματος αλλά πρωτίστως το είδος, την ουσία, το τι ην είναι.

ε). Καθοριστικό στο αριστοτέλειο δυναμικό μοντέλο της φύσης παίζει η έννοια της πρώτης ύλης. Η πρώτη ύλη οριζεται από τον Αριστοτέλη ως το « έσχατο υποκείμενο», δηλαδή ως το υπόστρωμα κάθε μεταβολής( φυσικά 192α 32-33). Η πρώτη ύλη είναι μη αισθητή, άμορφος, στερείται κάθε προσδιορισμού( μετά τα φυσικά 1029α 17-19)(απροσδιόριστη) και βρίσκεται πάντα σε μια εν δυνάμει κατάσταση( Μετά τα φυσικά 1045 b 18-3). Είναι ακριβώς αυτή η τόσο παράδοξη αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύλληψη της πρώτης ύλης, που μας επιτρέπει να την συνδέσουμε με τον εκπληκτικό κόσμο των κβαντικών φαινομένων, όπως άρχισε από το 1900μ.Χ. και μετά να αποκαλύπτεται με τις έρευνες της κβαντικής φυσικής και της φυσικής των στοιχειωδών σωματίων.

    Αυτά συνθέτουν ένα εμπνευσμένο δυναμικό μοντέλο του φυσικού κόσμου το οποίο βρίσκεται σήμερα πολύ πλησιέστερα από τη νευτώνεια φυσική προς την εικόνα της φύσης της σύγχρονης επιστήμης. Έτσι κατά τον Αριστοτέλη υπάρχουν δύο επίπεδα ύλης. Το πρώτο είναι αυτό που αποκαλύπτεται άμεσα στις αισθήσεις μας. Αυτό αποτελεί το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα πράγματα που βλέπουμε, ακούμε, αγγίζουμε, δηλαδή τα αντικείμενα όπως προσδιορίζονται χωροχρονικά. Στο βαθύτερο επίπεδο ο Αριστοτέλης θεώρησε ότι υπάρχει μια θεμελιώδης διάσταση της ύλης, την οποία ονόμασε <<πρώτη ύλη>> και μερικές φορές <<έσχατη ύλη>>. Τι εννοεί με την έννοια αυτή; Έχει προκαλέσει ατέρμονες συζητήσεις και ειδικά σήμερα!

Οι ιδέες, οι υποθέσεις και οι θεωρίες των κοσμολόγων της φιλοσοφίας Θαλή, Αναξίμανδρου, Αναξιμένη περί της αρχής του κόσμου και Ηράκλειτου, Παρμενίδη και Δημόκριτου περί της δομής του σύμπαντος κόσμου κατέστησαν καταλυτικές για τη λογική ανάγνωση, μελέτη και κατανόηση του κόσμου.

Ο σχεδόν σύγχρονος των ανωτέρων φιλοσόφων Πυθαγόρας ο Σάμιος και οι μαθητές της σχολής του, έδωσαν διαφορετική εικόνα για τον κόσμο, μη υλιστικού περιεχομένου. Οι Πυθαγόρειοι θεώρησαν τον αριθμό ως αρχή και θεμελιώδη ουσία του σύμπαντος κόσμου, ανάγοντας τα πάντα σε μια ιδεατή, νοητική, πνευματική μαθηματική οντότητα.

Οι τετρακόσιοι περίπου Προσωκρατικοί φιλόσοφοι που επακολούθησαν, ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, οι Επικούρειοι και οι Στωικοί έδωσαν πολλαπλές θέσεις, απόψεις και θεωρίες περί του κόσμου, της ζωής,του βίου των ανθρώπων και την οργάνωση των κοινωνιών. Οι ιδέες των παρέμειναν ες αεί ως παρακαταθήκη και πνευματικός πλούτος της ανθρωπότητας ανά τους αιώνες. Τα φιλοσοφικά και τα επιστημονικά έργα των συζητήθηκαν από τους διανοούμενους της εποχής των κατ’ αρχήν μέσα στα πλαίσια του δημοκρατικού πολιτειακού μοντέλου της πόλης-κράτος, όπου τότε η ελευθερία, η ελευθερία σκέψης, έκφρασης και δράσης ήταν δεδομένες κατακτήσεις των κοινωνιών ολόκληρου σχεδόν του Ελληνισμού. Δηλαδή διαδόθηκαν στην Κάτω Ιταλία, στην Βόρεια Αφρική, στην Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, στην Κεντρική Ελλάδα, στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο, στην Μακεδονία, στη Θράκη, στις πόλεις-κράτη της Μικράς Ασίας, στον Ελλήσποντο, στο Βόσπορο και στις περιοχές του Πόντου.

Οι Ρωμαίοι και η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (753 π.Χ-146 π.Χ-324 μ.Χ-476 μ.Χ,) εμπνεύστηκαν από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και διαμόρφωσαν μια νέα σύνθεση πολιτισμού το λεγόμενο Ελληνό-Ρωμαϊκό. Ο χριστιανισμός και οι Πατέρες της Εκκλησίας μελέτησαν στην Ακαδημία του Πλάτωνος τα έργα αυτά. Η σύνθεση πολλών απόψεων συγκρότησε την συμπόρευση των Ελληνικών και Χριστιανικών ιδεωδών και αξιών. Μεταγενέστερα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ο Μεσαίωνας, οι Άραβες ,η Λατινοκρατία με έδρα και βάση την Κωνσταντινούπολη χρησιμοποίησαν την ελληνική σκέψη και γλώσσα και έδωσαν συνέχεια στην αρχαιοελληνική σκέψη και φιλοσοφία.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 μ.Χ από τους Τούρκους, πολλοί διανοούμενοι διέφυγαν στην Δυτική Ευρώπη μεταφέροντας εκεί τον φιλοσοφικό και επιστημονικό πλούτο της αρχαιοελληνικής σκέψης. Έτσι οι μεταφράσεις των Αράβων από το 600 μ.Χ και τα πρωτότυπα κείμενα των Ελλήνων διανοητών, έγιναν φωτεινοί φάροι σκέψης στη Δύση.

Οι εξελίξεις με την Αναγέννηση, την εφεύρεση της τυπογραφίας το 1454 μ.Χ και την ανακάλυψη της Αμερικής το 1492 μ.Χ οδήγησαν στην επιστημονική επανάσταση.

Κοπέρνικος, Τζορντάνο Μπρούνο, Κέπλερ, Γαλιλαίος, Καρτέσιος, Λάιμπνιτς Νεύτωνας και άλλοι ήταν οι σημαντικοί πρωταγωνιστές.

Facebook Comments Box