You are currently viewing Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης – Τα νέα συνταρακτικά στοιχεία (Μέρος ΣΤ’ Τελευταίο)

Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης – Τα νέα συνταρακτικά στοιχεία (Μέρος ΣΤ’ Τελευταίο)

athanasios skourtaniotis
Ας συνεχίσουμε όμως.
Ο Δρίτσουλας στη μάχη του Μαυροματίου είναι περίπου 45 ετών και η χημεία ανάμεσα σ’ αυτόν και τον Σκουρτανιώτη, δυστυχώς δεν είναι καθόλου καλή. Για να πούμε την αλήθεια, η χημεία ανάμεσά τους είναι από εκρηκτική έως αυτοκαταστροφική. Ο Δρίτσουλας εσωτερικά ζηλεύει τον Δερβενοχωρίτη καπετάνιο, εξωτερικά τον αμφισβητεί. Ίσως γιατί ο Σκουρτανιώτης είναι μόλις 32 ετών και διορίζεται από τη κυβέρνηση στρατηγός και Γενικός αρχηγός.
Εδώ έχουμε δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες και προσωπικότητες, που οι ανάγκες του αγώνα, τους έφεραν να συμπράξουν σε μια δεδομένη στιγμή για έναν κοινό σκοπό.
Ο Σκουρτανιώτης από τη μια, είναι Απολλώνιος. Μετρημένος, συνετός, ολιγαρκής, ασκητικός. Διαμορφωμένος από μια δύσκολη και φτωχική παιδική ηλικία λόγω της γρήγορης ορφάνιας από το πατέρα. Ορφάνια που προσπαθεί να καλύψει με τους ασκητές καλόγερους της Μονής του Οσίου Μελετίου. Ο Σκουρτανιώτης με την επιρροή και την χρόνια μαθητεία του στη Μονή, μετατρέπεται σε ιδεαλιστή. Ιδέες όπως απελευθέρωση της πατρίδας, η τιμή, η αξιοπρέπεια, η προσωπική ελευθερία, είναι γι’ αυτόν τα μεγάλα του ιερά, ο ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξής του. Ο Σκουρτανιώτης έχει την δύναμη να θέσει εαυτόν κάτω από το κοινό συμφέρον, λόγω ιδιοσυγκρασίας και ασκητικής κουλτούρας που είναι από χρόνια κοινωνός. Ήταν πάντα ένας ταπεινός υπηρέτης του αγώνα. Δε ζήτησε ποτέ τίποτα προσωπικό. Ακόμη κι όταν ο Ανδρούτσος για τους δικούς του λόγους, δεν τον πρότεινε για προαγωγή, ο Σκουρτανιώτης δεν αντέδρασε. Ίσως πικράθηκε αλλά δεν αντέδρασε. Και όχι μόνο αυτό. Δε του φύλαξε τίποτα. Όπως είδαμε στη επιστολή προς το βουλευτικό τον Απρίλη του 1825, είναι από τους ελάχιστους που θεωρούν ακόμη τον Ανδρούτσο αρχηγό και τον υποστηρίζουν ανοιχτά βάζοντας φαρδιά πλατιά την υπογραφή ενώπιον της κυβέρνησης, τη στιγμή που σχεδόν όλοι του έχουν γυρίσει τη πλάτη. Ο Σκουρτανιώτης είναι ειλικρινής και δεν του αρέσει να αδικεί. Ούτε του αρέσει να σκοτώνει. Για κείνον ο πόλεμος, είναι το αναπόφευκτο τίμημα για την ελευθερία.
Ο Δρίτσουλας από την άλλη είναι Διονυσιακός. Κυριαρχημένος από πάθη και ένστικτα. Αυθόρμητος, φιλόδοξος, ορμητικός. Ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Μπορεί να διαθέσει όλο του το κοπάδι για τον αγώνα, αλλά μπορεί και να σκοτώσει μόνο και μόνο από ηδονή. Μισεί τους Τούρκους θανάσιμα. Και αυτό το μίσος τον τυφλώνει. Του αρέσει ο πόλεμος. Ο Διόνυσος και ο Άρης είναι οι δύο μεγάλοι θεοί του. Μέσα στον αγώνα του 1821 βρίσκει τον πραγματικό του εαυτό. Η μάχη για κείνον είναι ένα παιχνίδι που τον κάνει κυριολεκτικά ευτυχισμένο. Και ζηλεύει τον Σκουρτανιώτη, ίσως όχι μόνο επειδή ο τριανταδυάχρονος καπετάνιος έγινε Γενικός αρχηγός σε τόσο μικρή ηλικία, αλλά και γιατί μπορεί να κυριαρχήσει στα ένστικτά του, ενώ ο ίδιος όχι. Ο Δρίτσουλας γνωρίζοντας τον Σκουρτανιώτη, κυριαρχείται από ένα φοβερό αίσθημα φθόνου. Τον θαυμάζει μυστικά και τα βάζει με τον εαυτό του επειδή τον θαυμάζει. Θέλει απεγνωσμένα να βρει την αχίλλειο πτέρνα αυτού του πολλά υποσχόμενου γοητευτικού καπετάνιου και μπροστά σ’ αυτή την ανάγκη, τυφλώνεται και δε διστάζει να προκαλέσει τους προπορευμένους 20 έφιππους Τούρκους. Στην ουσία βιάζεται να δει τον Σκουρτανιώτη στη μάχη. Αν είναι άτρομος και ανδρείος όπως εκείνος. Αν δεν υπάρχει θέμα προδοσίας από πλευράς του λοιπόν, όλα οφείλονται στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του Δρίτσουλα. Προκαλεί τους Τούρκους, τρέχει προς το απόσπασμα του Σκουρτανιώτη που βρίσκεται στην Αγία Σωτήρα προδίδοντας ουσιαστικά τη θέση τους και το δράμα αρχίζει.
Ο Σκουρτανιώτης μένει εμβρόντητος από την αποκοτιά του Δρίτσουλα και διατάζει άμεση αποχώρηση προς τα προχώματα του Ελικώνα. Ο Δρίτσουλας μεθυσμένος από φθόνο, πιστεύει πως βρήκε επιτέλους την αχίλλειο πτέρνα του Σκουρτανιώτη. Τον κατηγορεί για δειλία και «όλο εσύ καπετάν Θανάση θ’ ακούεσαι, σήμερα είνε μέρα που θα φανή και ο Δρίτσουλας».
Ακραιφνής εγωισμός!
Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ πως εκτός των άλλων, νιώθει και αδικημένος. Η μαθητεία του κοντά στον Ανδρούτσο, η συμμετοχή του στη μάχη στο χάνι της Γραβιάς, η απουσία του μεγάλου αρχηγού (Ανδρούτσου) ίσως να τον κάνουν να σκέφτεται «γιατί όχι και γω;» Αν προκαλέσει εκείνος μια μάχη και βγει νικητής (!) ίσως αλλάξουν τα δεδομένα και η στρατιωτική του πορεία.
Ο Σκουρτανιώτης μένει έκπληκτος από τη συμπεριφορά του Δρίτσουλα. Και ο χρόνος τον πιέζει αφόρητα. Πρέπει να πάρει μια απόφαση. Αλλά εκείνη η κατηγορία για δειλία τον τρυπάει σα δηλητηριασμένο βέλος κατ’ ευθείαν στη καρδιά. Ποτέ δε τον κατηγόρησαν για δειλό. Από πού κι ως που; Τέσσερα χρόνια έχει αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα. Το σώμα του είναι γεμάτο πληγές. Αν φύγει, ο Δρίτσουλας θα τον κατηγορήσει στη συγκέντρωση της επόμενης και στους λοιπούς αρχηγούς για δειλό. Θα είναι η αφορμή που ίσως γυρεύουν πολλοί να τον αμφισβητήσουν ανοιχτά. Πράγματι. Ο Δρίτσουλας χτύπησε εκεί που έπρεπε. Τη τιμή του ιδεαλιστή καπετάνιου. Παγίδευσε ψυχολογικά και τύφλωσε ακόμα και τον Απολλώνιο Σκουρτανιώτη, που πήρε δυστυχώς την λάθος απόφαση.
«Καπετάν Γιάννη δε φοβούμαι όλην τη Τουρκιά και δια να μη με νομίσητε δειλόν θα μείνωμεν, μάθε όμως ότι η παλληκαριά θέλει και μυαλό και ότι η πατρίδα μας έχει ανάγκην από τέτοια παλληκάρια ωσάν αυτούς που βλέπεις»
Και διέταξε το απόσπασμά του να πιάσει θέσεις στο περίβολο το ναού.
Μα είναι όμως δυνατόν να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση μέθης από εγωισμό και φθόνο ο Δρίτσουλας, που να επιμένει να δώσει μια τόσο άνιση μάχη; Ο Δρίτσουλας παρακολουθεί τους Τούρκους, γνωρίζει τη στρατιωτική τους δύναμη. Είναι τόσο τρελός λοιπόν, ώστε να επιχειρήσει με 40 ή 70 ανθρώπους να τα βάλουν με ολόκληρη στρατιά χιλίων Τούρκων;
Μα το έχει ξανακάνει! Ο θρίαμβος στο χάνι της Γραβιάς του είχε δώσει στο παρελθόν ανυπολόγιστη αίγλη μαζί με τον Ανδρούτσο. Ο Δρίτσουλας μπορεί να θεωρεί εφικτή μια ανάλογη νίκη. Μπορεί πραγματικά να πιστεύει, πως μπορούν να αντέξουν μέχρι το βράδυ. Και στο σκοτάδι να αποχωρήσουν όπως έκαναν και στο χάνι της Γραβιάς, ντροπιάζοντας για άλλη μια φορά τους Τούρκους. Και ίσως να πιστεύει, πως επειδή προκάλεσε εκείνος αυτή τη μάχη, θα επισκίαζε το νεαρό καπετάνιο, έστω κι αν εκείνος είχε στη τσέπη του τη βούλα της αρχηγίας από τη κυβέρνηση. Την επαύριον όλοι θα ήξεραν ότι η νίκη οφείλεται στον Δρίτσουλα, γιατί εκείνος προκάλεσε τη μάχη του Μαυροματίου.
Και η μάχη αρχίζει.
Μια μάχη που χωρίζεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη οι Ελληνες πολεμούν έχοντας ως ασπίδα την μάντρα του περιβόλου της εκκλησίας. Εκεί οι Τούρκοι αφήνουν πίσω πολλούς νεκρούς, υποχωρούν για λίγο αλλά επιτίθονται ξανά μαζί με το ιππικό τους. Βοήθεια δεν έρχεται από πουθενά και τα πολεμοφόδια τελειώνουν. Ο Σκουρτανιώτης και οι άντρες του αναγκάζονται να κλειστούν μέσα στην εκκλησία. Το μεγάλο δράμα έχει αρχίσει. Οι Τούρκοι ανεβαίνουν στην στέγη της εκκλησίας , ανοίγουν τρύπες και πετούν από κει οβούζια και εύφλεκτες ύλες. Όσοι προσπαθούν να βγουν από την πόρτα σκοτώνονται επί τόπου γιατί όλες οι κάνες των Τούρκων σημαδεύουν αυτήν. Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα. Μέσα σε μία ώρα, λίγο πριν βραδιάσει, έχουν τελειώσει όλα. Ο Σκουρτανιώτης με τους άντρες του, έχουν αφήσει την τελευταία τους πνοή μέσα στην εκκλησία και έχουν παραδώσει τις ζωές τους στην αθανασία.
Θα τελειώσω αυτήν την αναφορά στον οπλαρχηγό Αθανάσιο Σκουρτανιώτη, με κάτι ακόμα…
Υπάρχει ένα απόσπασμα από την Νέκυια του Ομήρου. Είναι η στιγμή που ο Οδυσσέας, πηγαίνει στον Άδη με τις συμβουλές της Κίρκης. Εκεί, αφού κάνει τις θυσίες καθώς του έχει υποδείξει η Κίρκη, αρχίζουν γύρω του να μαζεύονται οι ψυχές των νεκρών. Πρώτη πλησιάζει η ψυχή του συντρόφου του Οδυσσέα Ελπήνορα, ο οποίος λίγο πριν είχε σκοτωθεί στο νησί της Κίρκης πέφτοντας από την στέγη και οι σύντροφοί του δεν πρόλαβαν να τον θάψουν. Πλησιάζοντας λοιπόν η ψυχή του Ελπήνορα, λέει μεταξύ άλλων στον Οδυσσέα…
΄΄…το ξέρω φεύγοντας από δω, την κατοικία του Άδη
με το καλοφτιαγμένο πλοίο σου στην Αιαίη το νησί θα πας
τότε κι εμένα βασιλιά να θυμηθείς
άκλαυτο κι άθαφτο πίσω σου μη μ΄ αφήσεις φεύγοντας
την πλάτη σου μη μου γυρίζεις, μήπως αιτία γίνω
και θυμώσουν μαζί σου οι θεοί
μακάψε με, με τα όπλα μου μαζί, όσα μου εμείναν
και τάφο φτιάξε στον δύστυχον εμένα
γιανα με ξέρουν όσοι γεννηθούν κατόπι μας…΄΄
Γιατί το λέω αυτό…
Οι σκληροί μαχητές που για τεσσεράμισι ολόκληρα χρόνια υπερασπίστηκαν τα ιερά και τα όσια, που πάλεψαν για την ελευθερία, αυτοί οι ιεροί μαχητές 189 χρόνια μετά, τάφο ουσιαστικά δεν έχουν. Σαν τον Ελπήνορα του Οδυσσέα. Οι πληροφορίες μου λένε, πως την άλλη μέρα της τελευταίας μάχης, οι γυναίκες του Μαυροματίου -γιατί έλειπαν και από κει οι άντρες- μάζεψαν όπως όπως τα καμένα πτώματα των ηρώων και επειδή μύριζαν πολύ άσχημα, έσκαψαν ένα ρηχό τάφο λίγαμέτρα από τη πόρτα της εκκλησίας και τους έθαψαν όπως όπως όλους μαζί, μαζί μετα όπλα τους. Στα ρηχά και γρήγορα. Έκτοτε ο τάφος αγνοείται. Ούτε ένας σταυρός. Ούτε ένα σημάδι που να λέει πως εδώ κοιμούνται τα κόκαλα των παλικαριών. Υπάρχει βέβαια ένα μνημείο συμβολικό στην Αγία Σωτήρα σε  σημείο άσχετο, αλλά οι ήρωές μας  189 χρόνια μετά, δεν έχουν ουσιαστικά τάφο και τα οστά τους ουσιαστικά αγνοούνται. Τάφο που δικαιούται και ο τελευταίος άνθρωπος σ΄αυτή τη γη, δεν έχουν οι ήρωές μας. Ο Ελπήνορας όπως διάβασα πάραπάνω δίνει ευχή και κατάρα στον Οδυσσέα να βρει το σώμα του και να το θάψει
΄΄…τη πλάτη σου μη μου γυρίσεις….μήπως αιτία γίνω και θυμώσουν μαζί σου οι θεοί….τάφο φτιάξε με τα όπλα μου μαζί …στον δύστυχον εμένα για να με ξέρουν όσοι γεννηθούν κατόπι μας…΄΄΄
Η ευχή και κατάρα του Ελπήνορα.
Αυτή η χρόνια βλασφημία μας απέναντι στους σπουδαίους νεκρούς, πρέπει να λάβει τέλος. Οφείλουμε μια αναζήτηση των οστών και εκταφή. Και επιστροφή των τιμημένων νεκρών στην ιδιαίτερη πατρίδα που είναι τα Δερβενοχώρια. Τα παλικάρια μας έκαναν το χρέος τους και με το παραπάνω. Είναι ώρα να πια αναπαυτούν. Πρέπει όλοι να προσανατολιστούμε στην προοπτική της αναζήτησης των οστών και της εκταφής, να βρεθούν τα τιμημένα οστά και τα θαμμένα πάνω τους όπλα, να επιστρέψουν με όλες τις τιμές και τα δάκρυα στην γενέθλια γη που είναι τα Δερβενοχώρια. Τούτο κυρίες και κύριοι είναι μεγάλη οφειλή. Γιατί όπως λέει και ο Κάλβος…

Ας μ μο δώσ μορα μου ες ξένην γν τν τάφον· εναι γλυκς θάνατος, μόνον ταν κοιμώμεθα ες τν πατρίδα.

Όχι βέβαια πως ο τόπος της ένδοξης μάχης στο Μαυρομάτι δεν είναι πατρίδα. Εξ’ άλλου ισχύει και το ”Ανδρών επιφανών, πάσα γη τάφος”. Όμως η ιδιαίτερη πατρίδα του καθενός, η γενέθλια γη, παραμένει πάντα η Μεγάλη και η γλυκιά Μητέρα…
ΤΕΛΟΣ
Γιώργος Πύργαρης για το exeisminima.gr
Facebook Comments Box

Αφήστε μια απάντηση