You are currently viewing Το Πάσχα εν Θήβαις (1881)

Το Πάσχα εν Θήβαις (1881)

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΕΝ ΘΗΒΑΙΣ Άρ. 1. 15 27 Μαΐου 1881
(| *ετ εΐκύνοϊ).

ΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ


Δέν ύπάρχει λαός έπί τής γης, δστις νά μή έχη τάς πατροπαραδότους αύτοΰ έορτάς. Αί έορταί αυται είναι είτε θρησκευτικοί, είτε έθνικαί ή και οικογενειακοί. Έξ απαλών, όνύχων είς
αύτάς συνειθίζει ό άνθρωπος, αύτάς αγαπά, διότι τάς ένθυμεϊται
τελούμενος καθ’ ήν εποχήν ή φαντασία του, νεανική και ζωηρά,
ζωηρότερου άντελαμβάυετο τών εντυπώσεων.
Ύπάρχουσιν δμως λαοί, οιτινες είτε ένεκα τοΰ χαρακτήρας
των είτε ένεκα τοΰ ακραιφνέστερου πρός τά πάτρια αισθήματος,
θρησκευτικώτερον τών άλλων τηροΰσι τάς έορτάς των, και μεταξύ
τών λαών τούτων συγκαταλέγεται άναυτιρρήτως και ό Ελληνικός.
Τό φαινόμενου τοΰτο είναι έτι περιεργότερον, δταν άυαμνησθώμεν
δτι ή μακροχρόνιος βάρβαρος δουλεία ού μόνον τάς έθνικάς έορτάς
εΐχεν εντελώς καταλύσει, αλλά καί αύτάς τάς θρησκευτικά; καί
οικογενειακά; κατά τό πλεΐστον εΐχε περιορίσει.
Άφ’ ής έποχής δμως τό Ελληνικόν έθνος κατετάχθη θεία
συνάρσει είς τήν χορείαν τών ελευθέρων και ανεξαρτήτων εθνών,
ό λαός έλευθέρως πλέον ήδύνατο νά έπιδοθή είς τήν τέλεσιν τών
έορτών αύτοΰ. ‘Ο Έλλην τών πατρώων αύτοΰ ηθών καί εθίμων
ένεθυμήθη, καί ή σημερινή ‘Ελλάς άναγεννωμένη έτεινε τήν χεϊρά
της πρός τήν ‘Ελλάδα τοΰ μεσαιώνος, τήν πρό τής βαρβάρου κατακτήσεως.
Το περίεργον τοΰτο φαινόμενου λαοΰ άυαγενυωμένου και έκ
τοΰ τάφου έγειρομένου, παρατηροΰμεν καί είς τήν θρησκείαν και είς
τήν γλώσσαν, ας άμφοτέρας ό αλλόθρησκος καί αλλόγλωσσος καταχτητής δέν κατώρθωσε νά έκριζώση έκ τής κατακτηθείσης χώρας.
Μία τών γενικωτέρων έν Έλλάδι έορτών, ίσως δέ και τών
εύθυμωτέρων, είναι ή έορτή τοΰ Πάσχα, τής μεγάλης ήμέρας, καθ’
ήν δ χριστιανικός κόσμος πανηγυρίζει τήν έκ νεκρών άνάστασιν
τοΰ Σωτήρος τοΰ ανθρωπίνου γένους. Δέν ύπάρχει έν Έλλάδι
πόλις, όσον μεγάλη και άν ήναι, δέν ύπάρχει χωρίου, δσον μικρόν
και άν ήναι, ένθα νά μή έορτάζηται τακτικώς κατ’ έτος τό Πάσχα.
Ή έορτή αυτή καί έν τή πρωτευούση και έν ταϊς έπαρχίαις τόν
‘ίδιον της πάντοτε διατηρεί τύπον. Άυάπαυσις άπό πάσης έργασίας, επισκέψεις συγγενών και φίλων, τράπεζαι γέμουσαι φαγητών,
άρνία ψητά, κ. τ. λ. Ό εόρωπαϊκός πολιτισμός μετέβαλε κάπως
έν τή πρωτευούση τοΰ βασιλείου και έν ταϊς μεγαλειτέραις πόλεσι
τόν αρχαϊκόν και αφελή τής έορτής τύπον. Αι αριστοκρατικοί λ. χ.
οίκογένειαι τών ’Αθηνών ή τών Πατρών δέν ψήνουσι τό άρνίον έν
τή αύλή τής οικίας των ολόκληρον αλλά τό φέρουσιν έπ’ι τής
τραπέζης κατά τόν εύρωπαϊκόν τρόπον παρεσκευασμένον. Ούχ
ήττον δμως τό γενικόν τών κατοίκων (και τοΰτο λαμβάνεται κυρίως
ύπ’ δψιν) διατηρεί ακόμη τό πατρώου έθιμον. Έγνωρίσαμεν έν
Άθήναις ήλικιωμένον ανώτερου ύπάλληλου, άνδρα καί έν Εύρώπη
κατά τήν νεότητά του σπουδάσαυτα και ώς νομάρχην, ώς γενικόν
γραμματέα και ώς ύπουργόν πολλάκις ύπηρετήσαντα, δστις έβεβαίονεν ήμάς, δτι έάν δέν ϊδη έψηνόμευον έν τή αύλή τής οικίας
του τό άρνίον τοΰ Πάσχα, τό όποιον μόνος του ήγόρασε τήν προτεραίαν έν τή αγορά, και έάν δέν μετέβαινε τό μεσονύκτιον είς
τήν έκκλησίαν ν’ άκούση τό “Χριστός άνέστη” ένόμιζεν δτι δέν
είναι ούτε Έλλην ούτε χριστιανός. Τοσοΰτον έρ^ιζωμένον είναι
τό έθιμ,ον τοΰτο έν τή ψυχή καί έν τή φύσει αύτή τοΰ Έλληνος.
ΙΙρότινων ακόμη έτών ήκούοντο καθ’ δλην τήν μεγάλην έβδομάδα έν μέσαις Άθήναις αί φωναί χιλιάδων προβάτων, μελλόντων
νά θυσιασθώσι τήν ήμέραν τοΰ Πάσχα. Σήμερον ή άστυνομία,
συμμορφουμένη προς τάς αστυνομικός διατάξεις τών εύρωπαϊκών
μεγαλοπόλεων, έξορίζει άμειλίκτως τά ποίμνια έκτος τής ζώνης
τής πόλεως. ’Αλλά πρέπει νά δμολογήσωμεν δτι τό τοιοΰτον
άφαιρεϊ αρκετά τήν αφελή ποίησιν καί ρωμαντικότητα τής ώραίας
έορτής. Καί αύτοί ακόμη οί πυροβολισμοί, “έθιμον βάρβαρον”
ώς έν ταϊς άστυνομικαΐς προκηρύξεσιν ονομάζονται, και αύτοί ακόμη
οί πυροβολισμοί, οί τοσοΰτον οχληροί καί πολλάκις έπικίνδυνοι,
έκλείποντες άπό έτους είς έτος, άφαιροΰσι μέρος τοΰ τύπου τής
έορτής.
Εν ταϊς έπαρχίαις τής Ελλάδος ή έορτή τοΰ Πάσχα διετηρησε
τόν ακραιφνή καί καθαρόν αύτής τύπον. ’Εκεί καί τών όρνιων
τά στίφη στρατοπεδεύουσιν έν ταϊς όδοϊς καί ταϊς πλατείαις τοΰ
χωρίου- έκεϊ καί οί πυροβολισμοί άντηχοΰυτες ανενόχλητοι άγγέλλουσι διά τής βροντώδους αύτών φωνής τό έπίσημον τής ημέραςέκεϊ μικροί καί μεγάλοι, άνδρες καί γυναίκες τελοΰσι τήν εορτήν
μέ δλην έκείνην τήν αφέλειαν καί άπλότητα, ήν παρέλαβον παρά
τών πατέρων αύτών. Δυστυχής θεωρείται ή οικογένεια, ή μή
ούσα είς θέσιν ν’ άγοράση καί νά ψήση δλόκληρον άρνίον φράγκος καί άπιστος λέγεται εκείνος, δστις μή νηστεύσας καθ’ δλην
τήν μεγάλην έβδομάδα δέν έορτάζει τό Πάσχα του δπως τό έθιμον
τό άπαιτεϊ. Ήκούσαμευ δτι οί κάτοικοι μιας έπαρχίας έκαμαν
ποτέ αναφοράν πρός τήν κυβέρνησίν, παρακαλοΰντες νά μετατεθή
ό νομάρχης. Διατί; Διότι τόν είδον τρώγουτα όρνιθα τήν μεγάλην
παρασκευήν καί μή έχοντα ολόκληρον άρνίον έπί τής τραπέζης
του τήν ήμέραν τοΰ Πάσχα.
Ή ήμετέρα εΐκών παριστά τήν πανήγυριν τής έορτής τοΰ
Πάσχα έν θήβαις. Όσοι τών αναγνωστών ημών παρέστων θεαταί
τοιαύτης έορτής έν τινι Ελληνική έπαρχία θέλουσιυ ευρει έν τή
είκόνι ταύτη άυάμυησιυ εύχάριστον παρελθόντων χρόνων, δσοι δέ
δέν είδον αύτήν, θέλουσι λάβει μικρόν τινα αύτής ιδέαν.

Πούλιος Παναγιώτης

Facebook Comments Box